Selected tags

Further tags

Επίσης «μπριζόλα», «μπριτζόλα» ή «μπριζολίδιο» σημαίνει η μπριζολοειδής, αλλά δυσάρεστη μυρωδιά που αναδύεται κατά τη καύση τιγρέ σπορακίων κάναβης, που έχουν παραπέσει στο «γάρο» ή «μπάφο» ή «κανόνια» κατά το στρίψιμο κάτω από δυσμενείς συνθήκες (βροχές, πάρκα, σκοτάδι, σε εξωτερικούς χώρους κ.λ.π.)

-Άντε γεια μας και οι μπάτσοι μακριά μας.
-Πω ρε μαν τι μπριζόλα είναι αυτήηη μύρισε τ' αμάξι!

Προφανώς (;) η κομμέ εκδοχή. (από xalikoutis, 26/06/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εισπνεόμενες ναρκωτικές ουσίες, σκόνες, ηρωίνη και κοκό.

- Θα τρομάξεις να το γνωρίσεις το Λάκη. Έμπλεξε εδώ και κάνα χρόνο με κάτι πλουσιόπαιδα και έχει εξελιχθεί σε καλλιτέχνη των μυριστικών.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Στην επαγγελματική αργκό των οπτικοακουστικών σημαίνει φιλμάρω ό,τι νά 'ναι, είτε διότι δεν ξέρω τι μου γίνεται ή γιατί κάνω μια ξεπετοδουλειά και το αποτέλεσμα είναο ανούσια πλάνα, κακοτραβγημένα, κακοφωτισμένα, τα ίδια και τα γίδια, που ούτε ο πιο αδιάφορος τουρίστας δεν θα τράβαγε ποτέ.

  2. Λέγεται και για τους αρσενικούς γάτους που αμολάνε αυτό το ζουμί που προσελκύει τις θηλυκές, μαρκάρει την περιοχή τους και βρωμάει τρελά. Στο πιο κορεκτίλα λέγεται «κάνω σπρέι».

  1. ο βαριεστημένος σκηνοθέτης στον καμεραμανατζή:
    - Χρειαζόμαστε και πέντε-έξι πλάνα από Πλάκα. Πήγαινε να ψεκάσεις λίγο προς Αναφιώτικα μεριά και βλέπουμε αν χρειαστούμε τίποτ' άλλο.

  2. - Γιατί πέταξες το στρώμα σου;
    - Μου το ψέκασε ο Μήτσος και δεν καθαρίζει με τίποτα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη με πολλές σημασίες, τις οποίες δεν βρήκα κάπου συγκεντρωμένες, οπότε τις καταγράφω δωδαπανά.

Αναδοσιά είναι:

  • ο φόβος (εδώ κι εδώ)
  • η αναθυμίαση, η αποφορά ή η βρωμερή οσμή γενικά (να και να, καθώς και αντιλεξικό Μποσταντζόγλου)
  • η αναδουλειά (εδώ) και, τέλος, και βασικότερον για την σλανγκοσύνη:
  • η αγαμία, η αγαμοσύνη, η αγαμησιά, η αναβροχιά (μτφ) όπου καλό είναι και το χαλάζι, η αναμουνή.

- Τι λέει ο νέος γκόμενος;
- Ε δεν μπορώ άλλο, τον έκοψα τον μαλάκα. Σκάει μόνο όταν έχει αναδοσιές. Σπίτι του.
- Ε κράτα τον και συ για σέρβις.
- Πολύ καλή ιδέα ρε κολλητή!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

H πόλη Dachau στην Βαυαρία της Γερμανίας, γνωστή από το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης με το οποίο ταυτίζεται στα ελληνικά, λόγω συνεκδοχής.

  1. Ο εργασιακός χώρος στον οποίο οι εργαζόμενοι υποβάλλονται σε απάνθρωπες συνθήκες. Φυλακές και χώροι κράτησης σε παρόμοια κατάσταση. Προφανώς μη σλανγκ.

  2. Ο κλειστός χώρος που έχει γεμίσει με αποπνικτικές αναθυμιάσεις ή ατμούς. Mαύρος αστεϊσμός που παραπέμπει στους θαλάμους αερίων του κολαστηρίου.

  3. Το γήπεδο ποδοσφαίρου του Άρη Θεσσαλονίκης, επισήμως αποκαλούμενο «Κλεάνθης Βικελίδης», περισσότερο γνωστό απλώς ως «Χαριλάου» (από την ομώνυμη γειτονιά της πόλης όπου και βρίσκεται).

Το πώς έφτασε το νταχάου να σχετιστεί με το στάδιο και την ομάδα δεν είναι απόλυτα σαφές. Η απλούστερη ερμηνεία είναι ότι ριμάρει με το όνομα του γηπέδου και, συνυπολογιζομένης της ατμόσφαιρας που επικρατεί εκεί μέσα με δυο-τρία καπνογόνα παραπάνω, δίνει πάσα για πιασάρικα συνθήματα.

Υπάρχουν και κάποιοι που μπλέκουν και υποτιθέμενους νεοναζί οπαδούς αλλά δεν με πείθουν καθώς τόσα χρόνια δεν έχω δει φίλο αρειανό να συνδέει ομάδα και ιδεολογία/πολιτική. Απόψεις και τσακωμούς επί του θέματος μπορείτε να δείτε εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και αλλού, αν δεν τα βαριέστε αυτά τα πράματα. Ίσως να σχετίζεται, προς επιβεβαίωση ή παταγώδη απόρριψη, ο χαρακτηρισμός «εβραίοι» για τους αρειανούς (βλ. σχόλια εδώ).

1α. Από εδώ:

Που τους είδανε τους κόκκινους; Μαύροι – κατράμι είναι. Η Τυποεκδοτική είναι σκέτο Νταχάου, γεμάτη Πακιστανούς σκλάβους και οι δημοσιογράφοι του ΚΚΕ α.ε. εργάζονται απομονωμένοι σε κλουβιά. Μεγάλες και μικρές καπιταλιστικές εφημερίδες τυπώνονται εκεί.

1β. Από εδώ:

Μαζική Απεργία Πείνας στις ελληνικές φυλακές-Νταχάου: Τη Δευτέρα 3 Νοέμβρη νέες κινητοποιήσεις ξεκίνησαν [...]

2.

- Από πού ήταν οι γύροι; Γιατί μορφασμός ζορίσματος πολύ βρωμιά πρέπει να φάγαμε...
- Σταμάτα ρε μαλάκα να κλάνεις, νταχάου τό ’χεις κάνει εδώ μέσα!

3α. Από εδώ:

Λοιπόν και να νικούσαμε τίποτα ουσιαστικό δεν θα είχαμε αν δε νικήσουμε τον πανιώνιο. Στόχος είναι η 3η θεση από την οποία την Κυριακή, θα απέχουμε 3 πόντους με τα “παλιακρόπαιδα” [σ.σ. τι;] της Κλεάνθους στο Νταχάου. Ο Άρης μόνο θα βελτιώνεται και έρχονται και δυνατές μεταγραφές σε 1 μήνα οπότε … ετοιμαστείτε για τα καλύτερα.

3β. Από εδώ:

Σας έριξε ο alcohol τα οπαδικά και τσιμπήσατε.. για αγωνιστικά τουμπέκα.. Πες μας ρε alcohol, πότε έκανες τελευταία φορά άσσο στο νταχάου με την ΑΕΚ; Κάθε χρόνο πριν το ματς κελαηδάτε και μετά τα βάζετε με την τύχη σας…

3γ. Από εδώ:

Μπράβο στα παλληκάρια μας για την μάγκικη εμφάνιση στο νταχάου αλλά απερίσκεπτη η ενέργεια του Κονσεισάο οταν σου ρίχνουν αντικείμενα τα παραδίδεις στον διαιτητή και έτσι τους οδηγείς σε τιμωρία και εσύ την βγάζεις καθαρή και δεν κρεμάς την ομάδα και περιμένω κύριε Σάντος να δείξετε την ίδια ευαισθησία όπως με τον Μπάκα. παίξτε την Τετάρτη όπως σήμερα και γκρεμίστε τα σκουλήκια στα τάρταρα.

3δ. Από εδώ:

ΜΕ ΤΗ ΡΟΜΑ ΤΥΧΑΜΕ ΑΔΕΛΦΙΑ!!!
ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΑΤΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΧΑΡΙΛΑΟΥ,ΕΡΕ ΤΙ ΕΧΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΣΤΟ ΝΤΑΧΑΟΥ ΣΤΙΣ 15 ΚΑΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ ΘΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΛΑΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΤΑ ΚΙΤΡΙΝΑ ΚΟΜΜΑΝΤΑ ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ!!!

Συνθήματα:

α. Νταχάου νταχάου
Και σκεπαστή θα κάνουμε
Όλο το Χαριλάου

β. Νταχάου νταχάου
Παλέ και Χαριλάου

γ. Νταχάου νταχάου
τα ΜΑΤ και Χαριλάου

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ψητό λέμε τον μπάφο, γιατί όταν σκάει μυρίζει σαν μπριζόλα. Όταν σου πει κάποιος «πάμε για τίποτα ψητά», είναι συνθηματικό να πάτε για μπάφο.

— Τι θα κάνεις πιο αργά; Έχω κάτι ψητά σπίτι και λέω να τα δοκιμάσω.
Μέσα.

Δες και μπριζολάτη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η πορδή που δεν την ακούς, αλλά άμα τη μυρίσεις την... ακούς! Συνηθισμένη μέσα σε κινηματογράφους, στην ουρά για το ΙΚΑ, σε ταξί, σε ασανσέρ (οπότε λέγεται και ασανσεράτη). Η κλασική αντίδραση είναι να αρχίσουν όλοι να κοιτιούνται, για δύο λόγους: α) για να εντοπίσουν τον ένοχο, β) για να δείξουν ότι δεν παρήχθη από τα δικά τους άντερα.

Ο μόνος τρόπος για τον εντοπισμό του ενόχου είναι να εντοπίσει κανείς εκείνο το ελαφρό χαμογελάκι στο πρόσωπό του, καθώς και το πιο έντονο ρουθούνισμά του εν συγκρίσει προς τα θύματα.

Ο όρος προέρχεται από το αρχαίο «αιμοβόρος».

- Τι βρωμάει ρε παιδιά;
- Τα διυλιστήρια της Motor Oil θα είναι.
- Ποια διυλιστήρια μωρή βρωμιάρα; Τα δηλητήρια του κώλου σου είναι. Δε σε βλέπω που κρυφογελάς;
- Συγγνώμη Πάρη μου... Ήπια ληγμένη Σπράιτ η καημένη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Ο Λαρισαίος.

  2. Ο βρωμοπόδαρος, αυτός που οι πατούσες του μυρίζουνε τυρίλας (σε γενική πτώση). Βλ. και τυρέμπορας.

Ο όρος προέρχεται από το όνομα του μεσαιωνικού συγγραφέα Τυρόλδου, πιθανώς μυθικού. Βλ. εδώ.

  1. - Από πού είναι ο Βάιος, ρε;
    - Δεν το 'πιασες από το όνομα; Τυρόλδος είναι ρε, τυρόλδος.

  2. - Τι βρομάει σα λέσι εδώ μέσα, μάγκες;
    - Αυτός ο τυρόλδος ο Γρηγόρης έβγαλε πάλι τα παπούτσια του.

Βλ. και τυρί ορισμός 5, τυρόγαλο, ντιρόλο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η τελευταία τζούρα του γάρου, γνωστή και ως καυτή. Ονομάζεται έτσι, καθώς, κατά Χότζα, «επειδή το τσιγάρο έχει φτάσει στη τζιβάνα, μαζεύεται όλο το λάδι της καννάβεως στο τέλος και η ρουφηξιά είναι αναγκαστικά λαδερή, έχει δε οσμή και γεύση ψητού στα κάρβουνα (όταν είναι άλφα ποιότητα), γι' αυτό και η φούντα λέγεται και «ψητό» ή «ψητούρα».

Μόνο μια δυο μπριζολάτες έχουν μείνει...

Ακόμη: καρκινιάρικη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ειρωνικά, το πολύ έντονο φτηνό ανδρικό άρωμα (το γυναικείο λέγεται πατσουλί / πατσουλιά), όπως ακριβώς το περιγράφει ο Βασίλης στην «Κάντιλακ» (...σπρέι με βαρύ αποσμητικό...).

Η έκφραση προέρχεται απο την ταπεινή κολώνια (κατ’ ευφημισμόν-καμία σχέση με το νερό βορείου αποικίας των Ρωμαίων), με την οποία ξεπλένουν τους μεταστάντες στο φέρετρο πριν την κηδεία, προκειμένου να μη βρωμάνε...

Χαρακτηριστικό της είναι η έλλειψη διακριτικότητας (σου’ ρχεται στη μάπα και σε πνίγει). Την φορούν συνήθως κάτι γερο-τζόβενα, που δεν ξέρουν να διαλέξουν ούτε τις καλές φίρμες, ούτε τα εύοσμα αρώματα-αποσμητικά, αλλοδαποί του ανατολικού μπλoκ (που έχουν ξωμείνει στο βουλγαρικό «ροδόνερο»), καθώς και τα 13-16χρονα έντονα μαλακιζόμενα μειράκια, που την βουτάνε από τους πατεράδες τους και «λούζονται» μ’ αυτά (αφού κανείς δεν τους είπε πως χρησιμοποιούνται).

Συνήθως ευτελούς ποιότητας με βαρύγδουπη λεζάντα (στη συσκευασία), θα τα βρεί κανείς σε πάγκους γύφτων στα γιουσουρούμια, κατάχαμα στρωμένες κουβέρτες μαύρων-Πακιστάνων, που πουλούν όλων των ειδών τα «ορίτζιναλ» κυριλέ προϊόντα σε παραδόξως χαμηλές τιμές, σε κεντρικές λεωφόρους (μέχρι το επόμενο σφύριγμα τσιλιαδόρου), παλιότερα στις βιτρίνες του υπόγειου ηλεκτρικού της Ομόνοιας, σε περίπτερα και εν γένει «στα καλάθια», όπως λέμε.

Συνώνυμα: Μπακουραμπάν, Μυρτώ, Περιπτερέξ, Πάρε-νάεις (Fahrenheit) κ.α.

(Νυχτερινή έξοδος φίλων):

- Καλώστονε κι ας άργησε!
- Λοιπόν, φύγαμε;
- Μπα πανάθεμάσε, τη νεκροκολώνια λούστηκες πάλι; Μας μπάφιασες...
- Ξέρεις πόσο έχει αυτό το άρωμα ρε άσχετε; 30 γιούρο! Παραπάνω απ' το ρολόι σου!
- Να σου δώσω ένα τάληρο να πά’ να την πετάξεις;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified