Further tags

Πιο μάγκικη απόδοση του λήμματος κλάνω μέντες χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψουμε κατάσταση που επέρχεται μετά από κατάχρηση αλκοόλ ή ουσιών.

- Που ήσασταν εχθές ρε μαλάκες και σας περίμενα;
- Άσε πήγαμε για μπύρες και γίναμε κλασμεντέν.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο τόσο απαίσιο σε χαρακτήρα, προσωπικότητα, συμπεριφορά μυρωδιά και εμφάνιση, που μόνο η παρομοίωση του με ένα κάρο σάπια λεμόνια μπορεί να τον περιγράψει επαρκώς.

- Για τον Θανάση τι γνώμη έχεις;
- Άλλο κάρο με σάπια λεμόνια κι αυτός.

Got a better definition? Add it!

Published

Ο γκομενοφύλακας, ο γκομενοβοσκός, ο καληνυχτάκιας, ο ποτεγαμήσης, ο ανέραστος, άτομο που κοντεύει να στραβωθεί από την πολλή μαλακία. Οι σεξουαλικές του εμπειρίες μπορούν να μετρηθούν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Και σίγουρα η τελευταία φορά που είδε μουνί live ήταν σε τίποτα βαφτίσια.

- Αυτός ο Μηνάς γαμάει ποτέ;
- Ποιός να γαμήσει ρε; Αυτός έχει να δει μουνί από βάφτιση.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Ενδιαφέρον άτομο, συνήθως του αντίθετου φύλου.

  2. Όπως παραπάνω, αλλά αναφορά σε συγκεκριμένο άτομο.

  1. - Πάμε να φύγουμε ρε, δεν έχει θέμα το κωλομάγαζο.

  2. - Την κάνω ρε.
    - Πού πας ρε μαλάκα; Το θέμα σου το 'βαλες;

υπάρχει και κρασί (από notheitis, 25/11/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πέραν της στάνταρ σημασίας -η γάζα κλπ που προστατεύει ένα τραύμα, η λέξη επίδεσμος χρησιμοποιείται ειρωνικά για να χαρακτηρίσει:

  1. Έναν φορτικό ερωτικό δεσμό, μια σχέση κλειστοφοβική όπου υπάρχει μια αρρωστημένη αλληλεξάρτηση. Μεγάλο κόλλημα.

  2. Τον έναν από τους δυο του ζευγαριού που έχει αυτού του είδους τη σχέση. Ενίοτε τη λέμε, μισοαστεία-μισοσοβαρά, και για τον σύντροφο μας. Μακριά από μας.

Ένας δεσμός γίνεται επίδεσμος ακριβώς όταν είναι μονίμως κολλημένος επάνω μας. Λευκοπλάστ και τα λοιπά.

Και ίσως να υπονοείται και ότι η σχέση αυτή είναι και μια προσπάθεια να σκεπαστεί ένα τραύμα. Τώρα, τι αποτέλεσμα μπορεί να έχει ένα απλό τσιρότο είναι άλλη ιστορία.

  1. - Τι έγινε, θα πάμε Φολί κιέτσ' απόψε; - Ναι, μωρό μου... Και θα περάσει και η Δήμητρα πιο αργά να πει ένα γεια...
    - Έλεορ, ρε πστ!, όχι πάλι... και θα μας κουβαλήσει και τον επίδεσμο... τι του βρίσκει του μαλακοκαύλη, πολύ θά 'θελα να ξέρω... αλλά, τέτοια Γιαλόμα που 'ναι η δικιά σου τι περιμένεις...

  2. «Μου αρέσεις», είπες στην αρχή και τώρα, μετά από λίγο διάστημα, μου είσαι απαραίτητος. Παραδεχτείτε το. Ο δεσμός σας έγινε επίδεσμος, όπου και να πάτε θέλετε να τον κουβαλάτε μαζί σας. (Από περιοδικό της Vodafone)

  3. Η Ε. με την Π. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια «ζουν ένα δράμα». Τσακώνονται, χωρίζουν, σπάνε ο ένας τον άλλο στο ξύλο, τα ξαναβρίσκουν... και μετά ξανά από την αρχή. Είναι αυτό που λένε «αυτό δεν είναι δεσμός... είναι επίδεσμος». Και όμως αυτοί οι δύο είναι πολύ πολύ καλύτερα στην «αρρωστημένη» ρουτίνα τους από πολλούς φίλους και γνωστούς που έχω οι οποίοι αναζητούν μόνο τις υγιείς και ξεκάθαρα οριοθετημένες σχέσεις... (Από το http://provatos.blogspot.com)

  4. Όποιος εκεί έξω πιστεύει ότι δεν έχει φάει κέρατο ποτέ, είναι απλά γελοίος. Αφού δεν πιστεύω στην μονογαμικότητα, γιατί πονάω τόσο; Δεν θα έμενα αν δεν έκανα κι εγώ τα ίδια. Δεσμός - επίδεσμος θα μου πεις... Απ' την άλλη, έτσι ορίζεται η αγάπη; Με το να μην πηδάμε αλλού; Θα μου μάθει επιτέλους κάποιος να είμαι fuck-buddy; (Απορίες του Tristan από το http://reader.feedshow.com)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο άνδρας που τρέχει διαρκώς πίσω από μια γυναίκα, είτε κάποια που πολιορκεί, είτε τη δικιά του. Προέρχεται από τη γνωστή φράση του λαού μας «τον έχει βάλει στο βρακί της».

Ρε μαλάκα Θάνο, ξεκόλλα από το κινητό επιτέλους! Βρακά, ε βρακά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το διάσημο μουσικό έργο του Τσαϊκόφσκι, Nutcracker (Καρυοθραύστης). Υποδηλώνει μια γυναίκα που γίνεται συχνά κουραστική για τους άνδρες (βλ. και λήμμα Καρύδες).

- Ρε φίλε, αυτή η γκόμενα μου 'χει πρήξει τον πούτσο. Πολύ νατκράκερ ρε αδερφάκι μου...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προκύπτει από το όνομα του γνωστού τηλεπαρουσιαστή και από το ρήμα ψήνομαι. Δηλώνει αυτόν που είναι σύμφωνος σε κάποια πρόταση.

- Ρε, το βράδυ λέμε για Ρέμο. Είσαι ψηνάκης;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Για να ονοματίσεις κάποιον που θεωρείς ότι είναι ΣΑ Μαλάκας.

- ΣΑΜ, φέρε μου το φάκελο ρε συ.
- Άμα με ξαναπείς ΣΑΜ, θα σε γαμήσω!
(3ος συνομιλητής) - Γιατί τον λες ΣΑΜ ρε;
- Γιατί είναι ΣΑ Μαλάκας...

Sam I am (από Vrastaman, 24/11/08)Σοβαρός Σαμ. (από Jonas, 26/02/09)(από ironick, 04/03/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφέρεται συνήθως σε έγχρωμους οικονομικούς πρόσφυγες (νόμιμους ή μη) οι οποίοι πουλάνε πειρατικά CD και DVD στην Έρμου (π.χ.)

Στο γήπεδο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ξεχωρίσει και να διευκρινίσει τον έγχρωμο παίκτη.

- Πάρε φάση το σιντάκια που τον κυνηγάνε οι μπάτσοι.

- Ρε αυτός ο σιντάκιας με το 7 στην πλάτη ποιος είναι;
- Ο Μπαμπαγκίτα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified