Selected tags

Further tags

Ο φιλάργυρος και συμφεροντολόγος άνθρωπος που εκμεταλλεύεται τους αδύναμους. Λέξη τουρκικής προελεύσεως < çιfιt, σημαίνει τσιγκούνης και φιλάργυρος.

- Ήρθε ο παλιοτσιφούτης ο ιδιοκτήτης για το ενοίκιο σήμερα. Μου είπε ότι έτσι και δεν το πληρώνουμε την πρώτη μέρα του μήνα, θα μας κάνει έξωση. Απίστευτος μαλάκας!

βλ. και τσιαφούτης

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τσιγκούνης ολκής. Ο όρος επικράτησε από την ερμηνεία του Δήμου Σταρένιου στην τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου του Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», όπου υποδύθηκε τον ρόλο του τσιγκούνη γερο-Λαδά.

- Ρε Σταρένιο, 80 χρονών είσαι, παιδιά σκυλιά δεν έχεις... Ζήσε λίγο τη ζωή σου. Μαζεύεις, μαζεύεις... Μαζί σου θα τα πάρεις;

ο ηθοποιός Δήμος Σταρένιος (1905-1983) (από allivegp, 21/05/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκμεταλλεύομαι κάποιον ή σκαρώνω σκευωρία σε βάρος κάποιου. Δηλαδή, τον βάζω να υποστεί τη δεινοπάθηση, να επωμιστεί το βάρος ή τις κυρώσεις/συνέπειες μιας πράξης ή κατάστασης κι εγώ καρπώνομαι τα οφέλη.

Για παράδειγμα, στον «Κόμη Μοντεχρήστο» του Αλ. Δουμά, οι τρεις συνωμότες Νταγκλάρ, Βιλφόρ και Μορέλο πήγαν να παίξουν μπιλιάρδο στην πλάτη του Εδμόνδου Δαντές και να του φάνε τη μεναγκό, χώνοντάς τον ταυτόχρονα στην ψειρού.

Συνήθως προφέρεται εν είδει ξεσπάσματος αγανάκτησης από τον παθόντα: «Μπιλιάρδο στην πλάτη μου, δεν θα παίξει κανείς!»

  1. από εδώ
    Οικονομολόγος δεν είμαι και, για να είμαι ειλικρινής, δεν καταλαβαίνω και όλους τους όρους που διαβάζω. Εκείνο που μπορώ να καταλάβω είναι ότι παρά τις προεκλογικές διακηρύξεις του Γιώργου ότι «υπάρχουν λεφτά», τέτοια όχι μόνο δεν υπάρχουν, αλλά οι δανειστές μάς «βάζουν» τα δύο πόδια σε μισό παπούτσι. Και όλοι παίζουν μπιλιάρδο στην πλάτη μας.

  2. κι από εδώ
    Όλοι οι ανίκανοι στο υπουργείο παίζουν μπιλιάρδο στις πλάτες των καπνοπαραγωγών χωρίς ντροπή.

Απαράδεκτοι, "Ποιητική βραδιά". Στο 23:03. (από patsis, 22/08/12)

Δες και δίνει πλάτη για τάβλι

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκτός των αναφερθέντων, παίζουν και τα:

Α. Περιπαίζω, κοροϊδεύω, επεξεργάζομαι, δουλεύω κάποιον, (όπως σχολιάζει κι ο Χαλικού στο Βρασταμάνικο, δολοφονικό, παίζω).

  1. Απ' το candianews (Χαλικού δικό σου):

    Και δεν αναγουλιά κιανείς το βύζαχτρο να φτύξει,
    και σ’ όσους σασε παίζουνε τα ντόδια ντου να τρίξει.
    Ελπίζω, όμως, πως εδά που τουτονέ δα δείτε,
    πως δα ανεχετζώσετε και δα ξεσηκωθείτε.
    Και δα φωνιάξετε μαζί με μάνητα ως τα μπούνια:
    Πάψτε να μασε παίζετε! Δεν είμαστε μαϊμούνια!!!

  2. ♪♫ Η ζήλεια είναι μια κατηφόρα
    μ’ εσένα όμως είναι γκρεμός,
    όταν με παίζεις αρχίζει η μπόρα
    όταν μου λείπεις, κατακλυσμός ♪♫

Β. Παίζω μπουνιές, ξύλο, κλπ.

ΧΟΝΤΡΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ: Μπουνιές με πρωτοκλασάτο Υπουργό "έπαιξε" ο Γιάνης Βαρουφάκης (εδώ)

Γ.
α) Προβάλλω, δείχνω (πχ στην TV). β) Προβάλλομαι, με δείχνει η TV, το σινεμά, το βίντεο, ακούγομαι στο ραδιόφωνο. Γενικώς, στα μήδεια όσα.

  1. Γκάφα από την ΕΡΤ: Έπαιξε είδηση από το… Κουλούρι! Δεν έχει προηγούμενο η γκάφα της ΕΡΤ! Παρουσίασε ως είδηση μια ανάρτηση γνωστής σατιρικής ιστοσελίδας με τίτλο: «Συνελήφθη σπείρα που έκοβε στη μέση χαρτί κουζίνας και το πωλούσε ως χαρτί υγείας». ΕΔΩ

  2. Με έπαιξε η ΕΡΤ ή να πάω να παίξω για το μαύρο στη νεριτ; #ertopen ΕΔΩ

Δ. Μου τυχαίνει.

Ο εκλέκτορας των Σέρβων (και φυσικά προπονητής του Παναθηναϊκού) είχε παράπονα: "Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί στον ημιτελικό μας έπαιξε Ισπανός διαιτητής (σσ: Εμίλιο Πέρεθ)" είπε χαρακτηριστικά ο Σάλε ο οποίος είδε την ομάδα να χάνει με τρεις πόντους διαφορά από την Λιθουανία. (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στη φράση «(δουλεύω με) μπλοκάκι» ή «δουλεύω μπλοκάκι». Εννοείται το μπλοκάκι των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών.

Αναφέρεται στην σχετικά νέα μορφή ελαστικής εργασίας, κατά την οποία ο εργαζόμενος ουσιαστικά δουλεύει για μια εταιρεία (πλέον ακόμα και μικρού μεγέθους), δηλαδή βαράει ωράρια και στην ουσία είναι εργαζόμενός* της, της οποίας όμως δεν είναι προσειλημμένος υπάλληλος, αλλά κόβει απόδειξη παροχής υπηρεσιών.

Δουλειά με το κομμάτι, δηλαδή, και καπιταλισμός 19ου αιώνα, για πρώην καλομαθημένα παιδιά του συστήματος όπως μηχανικοί, ή απόλυτη εξαθλίωση και ακραία εργασιακή ανασφάλεια για εργαζόμενους πχ στην καθαριότητα, λέγε με Κούνεβα.

*απασχολείται κατά το Σημίτειο νιούσπηκ, λες και η δουλειά είναι παιδικός σταθμός, να απασχολείται δημιουργικά το παιδί, να μαθαίνει και τίποτα, όχι μόνο τηλεόραση και ύπνο.

- ...και πού δουλεύεις ρε συ; Εταιρεία ή γραφείο;
- Εταιρεία.
- Πρόσληψη κανονικά;
- Είσαι σοβαρός ρε; Μπλοκάκι. Ποιος προσλαμβάνει μηχανικό. Όλοι μπλοκάκι δουλεύουνε.

(από Vrastaman, 27/08/12)(από Vrastaman, 27/08/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το υποδεέστερο συνήθως μεροκάματο, μικρότερου αντιτίμου ή μεγαλύτερης διάρκειας ή αυξημένης δυσκολίας ή υψηλότερου ρίσκου-κινδύνου ή όλα τα παραπάνω, που αναζητούν νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας, κυρίως οικονομικοί μετανάστες.

οι διαιτητές πληρώνονται για τη δουλειά τους και μάλιστα κρίνοντας απ' τα εξοδολόγια που έχω δει το μεροκάμα είναι αρκετά καλό για δύο ώρες δουλειάς.

Το μεροκάμα-το για τις γυναίκες ήταν 18-35 δραχμές, «αναλό-γως της ηλικίας και της πείρας εκάστης εργάτρι-ας» και για τους άνδρες 40-50 δραχμές 11 .

<<Το μεροκάμα…είναι τριάντα χιλιάρικα... Θα σου δώσουμε ένα φάκελο ρε φίλε, θα τον βρεις. Εκεί έχει τα πάντα. Απλά πρέπει να ανέβεις, να πάρεις το σίδερο στην Άμφισσα…ολοκαίνουργιο είναι…μετά πας…πας τον τρως και μετά παίρνεις τα λεφτά>>.

Got a better definition? Add it!

Published

Μεταφορική έκφραση, σλανγκοπαραλλαγή του κλασικού «με ξένα κόλλυβα μνημόσυνο».

Σημαίνει ότι προσπαθώ δολίως:
1. Να πάρω τα εύσημα για τους κόπους κάποιου άλλου (εδώ ταυτίζεται απόλυτα με την παραπάνω αρχική μορφή της).
2. Να φορτώσω σε κάποιον άλλο μια πολύ δύσκολη ή επικίνδυνη, πάντως σίγουρα ανεπιθύμητη δουλειά, περιοριζόμενος στο εύκολο κομμάτι της προσπάθειας και με την υστεροβουλία να ιδιοποιηθώ το συνολικό αποτέλεσμα.

Αξίζει να σημειωθεί πως η προσβολή του ανδρισμού, που ενυπάρχει ως ιδέα στην έκφραση, λειτουργεί μόνο μεταφορικά. Το να χρησιμοποιήσεις, δηλαδή, τον κώλο σου για να γίνεις πούστης, όχι μόνο δεν δηλώνει από τον ομιλούντα κάτι μεμπτό, ίσα-ίσα, φέρει το σημασιολογικό φορτίο ενός οποιουδήποτε επίπονου εγχειρήματος, ακόμα και του πιο «αντρικού».

  1. - Στο παλιό σου τμήμα πας καθόλου;
    - Δεν πατάω. Φοβάμαι μην δω τον καινούριο που βάλανε στη θέση μου και τον αρχίσω στις γρήγορες.
    - Τι σε κόφτει μωρέ, προαγωγή πήρες κι έφυγες, δε σου την έκλεψε τη θέση!
    - Ξέρεις τι κάνει αυτό το τσογλάνι; Πιάνει τους γενικούς και τους δείχνει νούμερα με δουλειές που έκλεισα εγώ πριν φύγω και τιμολογήθηκαν μετά.
    - Ε, θα το καταλάβουνε όταν δεν θα έχει δικά του ντηλ να δείξει. Χέσ' τον.
    - Όχι ρε, δεν το ανέχομαι! Με ξένο κώλο πούστης; Δεν θα μαζευτούμε σε κανένα μύτινγκ; Θα τον σκίσω!

  2. - Δεν είναι τίποτα Γιωργάκη, τριάντα σελιδούλες είναι, εσύ πληκτρολογείς και γρήγορα... Πόσο να σε πάρει, ένα απόγευμα;
    - Μη βιάζεσαι, δεν είναι μόνο δακτυλογράφηση, εδώ μου λες να κάνω διόρθωση, επικαιροποίηση, να βάλω φωτογραφίες... Τις προτάσεις πότε θα τις γράψουμε;
    - Τις προτάσεις θα τις γράψω εγώ, μην στενοχωριέσαι...
    - Για στάσου, για στάσου, και με χώνεις και θα μπει μόνο στο δικό σου πορτφόλιο η έκθεση; Δεν παίζεσαι ρε μεγάλε! Έτσι κάνεις δουλειές εσύ; Με ξένο κώλο πούστης;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η λέξη προέρχεται από τα γαλλικά (marqué(e) που σημαίνει σηματοδοτημένο, κατηγοριοποιημένο, ταμπελαρισμένο). Στην ανωτάτη ελληνική μαστορική σλανγκ μαρκέ σημαίνει «για τον συγκεκριμένο τύπο». Ο χαρακτηρισμός μαρκέ πάει συνήθως σε εργαλεία και ανταλλακτικά. Κάποιες φορές (λανθασμένα κττμγ) υπονοεί και το «κατά παραγγελία» (custom made).

Όπως λέει και ο σύντροφος Μαρξ, σκοπός κάθε εταιρείας είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους, και ύστερα όλα τα άλλα. Οπότε οι μεγάλες εταιρείες θέλοντας να βγάλουν και από την μύγα ξίγκι, πατεντάρουν μηχανισμούς και εξαρτήματα των τελικών βιομηχανικών ή καταναλωτικών προϊόντων τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, όταν αυτά τα μηχανήματα χαλάνε, ή όταν χρειάζονται συντήρηση, να αναγκάζουν τον ιδιοκτήτη να απευθύνεται στην ίδια εταιρεία (ή στο συμβεβλημένο συνεργείο, που ο μηχανικός του ακολουθεί συγκεκριμένα σεμινάρια και ο ιδιοκτήτης του πληρώνει νταβατζιλίκι στην μαμά εταιρεία). Άρα κονομάνε και από εκεί. Βεβαίως οι εταιρείες ισχυρίζονται ότι το κάνουν αυτό για την ασφάλεια του τελικού χρήστη, ώστε να μην ανοίγονται τα μηχανήματα από άσχετους και άλλα τέτοια φίδια...

Ένα παράδειγμα για να γινόμαστε πιο κατανοητοί: Τα μεγάλα επαγγελματικά εργαλεία της γερμανικής BOSCH (κομπρεσέρ π.χ.), για να τα λύσεις, έχουν γύρω στις δέκα ασφάλειες, που συγκρατούν τα εξαρτήματα μεταξύ τους. Κάποιες από αυτές είναι επίτηδες καλυμμένες ή περιπλεγμένες, δυσκολεύοντας ή καθιστώντας αδύνατον για κάποιον να τις απασφαλίσει (με τα κανονικά εργαλεία). Η BOSCH βέβαια παράγει και πουλάει (ακριβά) στα συμβεβλημένα συνεργεία, ένα εργαλείο (μαρκέ), ακριβώς για την αφαίρεση αυτών των ασφαλειών.

-Μάστορα, ψάχνω ένα εργαλείο για αυτό εδώ το παξιμάδι.
-Για δώσ' το εδώ. (βάζει γυαλάκι πρεσβυωπίας) Μπα δεν το 'χουμε. Είναι μαρκέ. Νομίζω ότι έχω δει ξανά τέτοια τετράγωνα μπουλόνια. Πρέπει να είναι από εξωλέμβια.
-Δίκιο έχεις, αλλά που θα βρω;
-Θα πάρεις τηλέφωνο στην εταιρεία από όπου την πήρες, και ή θα σου το πουλήσουν, ή θα σε στείλουν σε κάποιο συνεργείο εξειδικευμένο. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι αφότου τα βγάλεις, να έρθεις εδώ και αν δεν είναι μαρκέ και τα μπουλόνια, να σου δώσω κάποια συνηθισμένα, να μην παιδευτείς την επόμενη φορά.
-Μερσί αφεντικό...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Mαγαζί προϊόντων ή υπηρεσιών, με ατελείωτη και συνεχή πελατεία. Ο μαγαζάτορας δεν προλαβαίνει να πουλάει και να κόβει μονέδα αβέρτα. Σα να έχει δηλαδή μία μηχανή και να κόβει λεφτά. Η ποιότητα είναι αντιστρόφως ανάλογη της επιτυχίας του στην αγορά. Στην εξυπηρέτηση ισχύει το «φύγε εσύ, έλα εσύ». Η επιτυχία του είναι αποτέλεσμα καλής διαφήμισης, δημοσίων σχέσεων και της αγελαίας νοοτροπίας αυτών που προθύμως καταθέτουν τον οβολό τους. Κοφτήρια μπορεί να χαρακτηριστούν οιεσδήποτε επιχειρήσεις, από περίπτερα ή φαστφουντάδικα, μαγαζιά γωνία, μέχρι ιατρικές κλινικές και δικηγορικά γραφεία. Το άκουσα από κάποιον που μιλούσε για κλινικές εξωσωματικής γονιμοποίησης.

  2. Επικίνδυνο οδικό σημείο, για οδηγούς ή πεζούς. Π.χ., για τους πεζούς που διασχίζουν το δρόμο, η Κηφισίας στο ύψος της Εθνικής Αντιστάσεως ή του Φάρου Ψυχικού. Μουστάκια, τον παίρνεις.

  3. Κοφτήριο (και κόφτης), λέγεται ο αμυντικός ποδοσφαιριστής με ειδικότητα στα τζατζαρίσματα και τα κλαδέματα των αντιπάλων επιθετικών. Επικίνδυνος αλλά αποτελεσματικός.

  1. Κοφτήριο λιρών είναι αυτά τα καλσόν, άσε που πιάνεις και κανένα μπουτάκι από τα μοντέλα που τα δοκιμάζουν (από ιστολόγιο).

  2. βλέπω στα αριστερά, πάνω στο δρόμο, δύο σκυλιά. το ένα ξαπλωμένο, το άλλο από πάνω του στηλωμένο να το κοιτά. εκείνο το σημείο είναι «κοφτήριο». όποτε μπαίνω γκαζώνω μη με πάρει αμπάριζα το ρεύμα της Ηλιουπόλεως που κατεβαίνει αλαφιασμένο. έτσι μπήκα και χτες, προσπέρασα τα σκυλιά, προσέχοντας απλά μην με πάρουν στο κατόπιν. ομόνοια, εφημερίδες, μια έγνοια μην και δεν έκλεισα τον εξαερισμό και τον ακούνε οι γείτονες όλη νύχτα, πάλι πίσω, ήταν κλειστός. ξανά Ηλιουπόλεως, η κίνηση κάλμα. τα σκυλιά-είκοσι λεπτά μετά-ασάλευτα στην ίδια θέση. τα προσπερνάω αργά αργά και τα κοιτώ. το ξαπλωμένο είναι σκοτωμένο με το αίμα στην άσφαλτο. το όρθιο, με τονα πόδι αριστερά και το άλλο δεξιά από το ψοφίμι, το κοιτά μπρος του αδιαφορώντας παντελώς για τα αμάξια που έρχονται από πίσω του στη λωρίδα της ταχείας κυκλοφορίας. παρκάρω κανένα τέταρτο παρακάτω και κοιτώ από τον καθρέφτη τα δύο σκυλιά. τέτοιο ξενύχτι νεκρού δεν έχω ξαναδεί... (από ιστολόγιο, έβαλα όλη την παράγραφο γιατί μου άρεζε)

  3. Ο Καλλιτζάκης ήταν μεγάλο κοφτήριο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γενικός αφορισμός/ανάθεμα όταν θέλουμε να ρίξουμε κάπου το φταίξιμο και δεν ξέρουμε ποιος μας φταίει. Καθώς οι λαδέμποροι (με κλασσικό εκπρόσωπο τον γερο-Λαδά του Ν. Καζαντζάκη στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται») έχουν ταυτιστεί με τη μαύρη αγορά, την αισχροκέρδεια και την εκμετάλλευση, λίγοι είναι αυτοί που θα διαφωνήσουν.

Νέα περικοπή στις παροχές υγείας των ασφαλιστικών ταμείων; Κατάρα στον λαδέμπορα!

(από perkins, 21/05/10)Μαλβίνα Κάραλη, MALVINA HOSTESS. Στο 2:29. (από patsis, 21/05/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified