Selected tags

Further tags

Σύντμηση του γηπεδικού συνθήματος «Πούτσο και ξύλο στον πουσταρά τον Θρύλο».

Από το νετ μαθαίνουμε ότι σε επίσημο αγώνα του πρωταθλήματος βόλεϊ γυναικών, μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού, οι αθλήτριες του Παναθηναϊκού, αφού κέρδισαν τον αγώνα και το πρωτάθλημα, εμφανίστηκαν στο γήπεδο για να πανηγυρίσουν, φορώντας μπλουζάκια, δώρο των οργανωμένων οπαδών της Θύρας 13, τα οποία είχαν τυπωμένο στην πλάτη, το σεξιστικό σύνθημα της εξέδρας «ΤΣΟ ΚΑΙ ΛΟ», το οποίο μεταφράζεται σε «ΠΟΥΤΣΟ ΚΑΙ ΞΥΛΟ».

Παραγγελιά: allivegp

Συνθήματα κερκίδας από μπαφιασμένους φιλάθλους:

Tσο και Λο σταρα τον ΛΟ
Γα πιτι κα ετιτη
Τανας γοι Παναική

(από allivegp, 04/06/09)

Βλ. επίσης λαγός.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τσιόκος = Το πέος

Παράδειγμα: Τι θα μκάνς ρε; Θα μου αποφτώϊς τον τσιόκο μου!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είχα τάξει σε μια φίλη μου ιταλίδα με γνώσεις αρχαιοελληνικής και παράλογη διάθεση εκμάθησης της νεοελληνικής να της δώσω πλήρη κατάλογο με τις λέξεις που σημαίνουν πέος και χρησιμοποιούνται στην νεοελληνική, επειδή σχεδόν κάθε φορά που με ρώταγε τι σήμαινε η λέξη που μόλις είπα, η απάντηση ήταν «bite», που σημαίνει πούτσα στα γαλλικά.
Είναι πράγματι άξιον περιέργειας πόσες λέξεις υπάρχουν και το γεγονός ότι κάποιες φορές μπαίνει μία στην πρόταση, ενώ δεν μπορεί να μπει κάποια άλλη:
Πήραμε την πούτσα, ας πούμε δεν λέγεται, ενώ πήραμε το πουλί ή το μπούλο λέγεται, ενώ πάλι δεν λέγεται πήραμε το πουλάκι. Προσπάθησα εις μάτην να την πείσω ότι το πουλί και ο πούλος είναι ριζικά διαφορετικές λέξεις. Παίρνω το πουλί σημαίνει τρώω ήττα, ενώ παίρνω τον πούλο ή το μπούλο σημαίνει τρώω ήττα ή φεύγω από κάπου. Δεν μπορώ να σε γράψω στο πουλί μου, αλλά στην πούτσα ή το μπούτσο μου, παρ'όλ'αυτά, ο τύπος είναι ένα μπούτσο αρχιτέκτονας και όχι μια πούτσα αρχιτέκτονας.

Για την πληρότητα του σάιτ, πιστεύω, λοιπόν, ότι ένας συγκεντρωτικός κατάλογος επιβάλλεται και κάνω την αρχή καταθέτοντας μια συλλογή λέξεων και λημμάτων.
Ας συμπληρώσει με σχόλια όποιος βρει έλλειψη, αλλά για λόγους αναζήτησης στο σάιτ και ματαιοδοξίας θα ιδιοποιηθώ στο λήμμα τις προσθήκες, άντε να βάλω και μια ευχαριστία από κάτω.

από τα τρία το μακρύτερο, αρχιδολεβιές / λεβίδι, αφρικανικό μονόχορδο, βίλλα (Κύπρος), καυλί / καβλί, καραγουδούμπα, καραπιστόλα, κατάρτι / κίονας / μαδέρι / ματσούκι / παλαμάρι / παλαμοστέλιαρο / σουδαύλι (Λευκάδα) / στειλιάρι, τζένιο / φουρνόξυλο, κλαρίνο / φαγκότο, κρέας / κρεατόβεργα, μαλαπέρδα, μαλαστούπα, ματζαφλάρι, μονορώγα, μόριο, μουνοτρύπανο, μπαργαλάτσος / παργαλάτσος, μπέκος, μπιμπί / πιπί / λιλί / ζιζί, Νικολάκης, παπάρι, πελεούνος, πέος / πέοντας / πέουλας / ο πέος, πουλί / πούλος / πουλάκι / πουλαδέρι / αμελί πουλέν / πουλόφωνο, πούτσος / πούτσα / τσαπού / καραπουτσακλάρα / e-πούτσος / λούτσος / φούτσος / πόντσος / τσόνι, πράμα, σαμιαμίδι / σαύρα, σούλος / σούλα, σπαρδαλούπακας, στελίφι (Κύπρος), τσουτσού / τσουτσούνι / τσουτσούνα / τσούτσα / τσουτσουμπρούτσου, φίδι, φύση, ψωλή / ψώλος,

Αλλά βλέπε και:
είσαι / είναι για τον Αχιλλέα, Αλογίσια, καραπουτσαριό.

Ε, έπρεπε... (από Pirate Jenny, 25/02/10)(από jesus, 18/11/10)

Λέξεις για τους όρχεις και τα αντρικά γεννητικά όργανα συνολικά: αρχίδια, ζουβάχια, καλαμπαλίκια, καμπανέλια, καρύδες, κοκόβια, κοχόνια, κρεμαντζόλια, λιμπά, λυμπά, μπομπόλια, οικογένεια, παπάρια, τζένια, τζοχανταραίοι.

Λέξεις για τα γυναικεία γεννητικά όργανα: γατάκι, κουτί, μουνί, μουτζό, μύδι, νιμού, πιπί, πουτί, πούττος, πράμα, τρύπα, ψωλότσεπη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Το είδος της τρίχας που φυτρώνει στην όλη περιοχή που περιβάλλει τον πέοντα. Είναι σκληρή, κατσαρή, χοντρή, πιο σκούρα από την τρίχα της κεφαλής του φέροντος τον πέοντα, μοιάζει πιο πολύ σε όλα της σχεδόν τα χαρακτηριστικά με την τρίχα της γενειάδας (αν ποτέ υπάρξει αυτή) παρά στην τρίχα της μασχάλης ή του υπόλοιπου σώματος. Είναι όμως η πιο τιρμπουσόν τρίχα του σώματος. Μοιάζει με την σύντροφό της την μουνότριχα, αλλά όπως και κάθε τι αντρικό, είναι κατάτι τραχύτερη από την γυναικεία αυτή αντίστοιχη τρίχα. Ως εκ τούτου, καθίσταται σύμβολο ανεπιθύμητης τριχοφυΐας (βλ. 2).

  2. Κάθε τρίχα (ανθρώπινη, ζώου, συνθετική) που υπερκατσαρώνει τόσο ώστε μοιάζει με πουτσότριχα. Το λέμε, πχ, όταν τα μαλλιά μας γίνονται άφρο από την υγρασία (βλ. πουτσοτριχίζω).

  3. Κάθε τρίχα που εντοπίζεται στο πάτωμα και φανερώνει την έλλειψη φασίνας στο σπίτι μας. Ακόμα κι αν πρόκειται για τρίχες από την γάτα μας, πάλι για πουτσότριχα θα μιλήσουμε, συμβολικά.

  1. - Εγώ γουστάρω τους ξυρισμένους.
    - Ε είσαι άρρωστη!
    - Τι ρε συ, να του παίρνεις πίπα και να φτύνεις όλη την ώρα την πουτσότριχα, δεν κατάλαβα...
    - Καλά, μπες στο βερμουδιάρης και πες τα εκεί.

  2. - Πώς τα λένε αυτά τα σκυλάκια που έχουν μαλλί πουτσότριχα ρε συ;
    - Κανίς.
    - Α γειά σου.

  3. Ρε συ Νάνσυ, μάζεψε και μία φορά την πουτσότριχα πριν καλέσεις κόσμο, όλο τούφες από τρίχες έχει το σπίτι, δε βλέπεις;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

O πέοντας, στην ντοπιολαλιά τση ορεινής Αρκαδίας.

- Το βράδυ σε έβλεπα στον ύπνο μου και ξύπνησα με έναν τεράστιο...
- Μπελεγρίνο;
- Όχι, πονοκέφαλο.

Δεν έχω ιδέα πούθε ευθυμολογείται, αλλά εικάζω σχέση με το ιταλικό όνομα Pellegrino (εκ του λατ. peregrinus, ο ταξιδιώτης).

Μπελεγρίνος ο peregrinus

Καταγράφεται στο υπέροχο έργο του αείμνηστου Τζίμη Τσαφαρά, Λαγκαδινό Λεξικό (Εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη, 2013), σ. 118.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

σαλούβαρδος / σαλουβάρδα / σαχλιαμπάκος

Ονομασία του εικονιζόμενου ψαριού με την επιστημονική ονομασία Phycis Phycis, που ζει στις περισσότερες ελληνικές θάλασσες και αναγνωρίζεται με πολλά ονόματα, ανάλογα με την περιοχή, όπως σαραβάνος, ποντικός, ποντίκι, ποντικόψαρο, σκορδαλός, μιχάλης με πιο συνηθισμένο το σαλούβαρδος. Το σαχλιαμπάκος δεν τό'χω ακούσει πουθενά αλλού, εκτός από την Κύθνο. Αν υπάρχουν κι άλλες ονομασίες ή τυχόν διορθώσεις, ευπρόσδεκτες.

ΣΑΛΟΥΒΑΡΔΟΣ

Είναι ψάρι χαμηλού κόστους, αλλά κατά τη γνώμη μου ιδανική συνοδεία της σκορπίνας (μαζί με λύχνους, δράκαινες, χειλούδες και ό,τι άλλο πετρόψαρο υπάρχει διαθέσιμο) για νόστιμες κακαβιές! Έχει άσπρο, τρυφερό και αρκετά νόστιμο κρέας, αλλά, εξ αιτίας της κακομούτσουνης εμφάνισής του, δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στο ευρύ κοινό, εξ ου και η χαμηλή τιμή. Η εμφάνισή του είναι η αιτία και άλλων χρήσεων του ονόματός του στη ντοπιολαλιά της Κύθνου. Αυτός, άλλωστε, είναι ο λόγος και της παρουσίας του στο παρόν λήμμα.

Έτσι μια γυναίκα με άσκημη κορμοστασιά ή κακομούτσουνη τη λένε σαλουβάρδα.

-Τά 'μαθες Πελέγρα*; Ο Νικολός θα πάρει τη Μαρία. -Αυτή τη σαλουβάρδα; Κρίμας ταύτονε!

*Πελέγρα: γυνακείο όνομα, αρκετά συνηθισμένο στην Κύθνο. Ταυτίζεται με το Πελαγία. Ετυμολογικά προέρχεται από το Ιταλικό pellegrino:προσκυνητής (τα χρόνια της Ενετοκρατίας [13ος-16ος αιώνας] οι προσκυνητές, των αγίων τόπων συνήθως, ερχόταν από το πέλαγος).

Άλλη χρήση του,από τους ψαράδες συνήθως (λόγω του σχήματός του) υπονοεί το πέος.

(Από τα χρόνια του μεσοπολέμου) Νέος ψαράς,με πέντε αδερφές που πρέπει να παντρέψει (κλασσική ιστορία) παραπονιέται στον πατέρα του, γιατί δέν τον έκανε κι αυτόν κορίτσι. Η απάντηση του πατέρα: "Άμα ήσουνε κορίτσι θά 'τρωες ένα σαλούβαρδο να!" φέρνοντας τη παλάμη του ενός χεριού στο ύψος του αγκώνα του άλλου.

Τέλος το όνομα σαχλιαμπάκος, που χρησιμοποιείται (όπως πιστεύω) αποκλειστικά στην Κύθνο και επιτείνει την άσκημη εικόνα που έχει ο κόσμος για το καημένο το ψάρι, χρησιμοποιήθηκε τις δεκαετίες του ΄70 και του '80, από τους ανθρώπους του λιμανιού κυρίως, για να χαρακτηρίσει (υποτιμητικά) τους "αδέσποτους" τουρίστες με τα σακκίδια, που έφταναν στο νησί και δεν φημίζονταν για την επιμελημένη εμφάνιση και την καθαριότητά τους.

Διάλογος μεταξύ "καμακιών" της εποχής:

-Έφερε πράμα το βαπόρι σήμερα; -Ψιλοπράματα! Ένα τρία-μηδέν* και πεντέξι σαχλιαμπάκους!

*τρία-μηδέν: τρεις τουρίστριες μόνες τους (αυτές, πάντα ευπρόσδεκτες!)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ανδρικό μόριο.

- Κοίτα Κική, περνάει ο πρώην σου ο Άγγελος... Βρε αυτός είναι στούμπος! - Κοντός είναι φιλενάδα, αλλά έχει ένα μπιρμπίλι...!

Τουκανισμος: ο Πρόεδρας αποκρύπτει τπ μπιρμπίλι με τις παλάμες του.. (από Vrastaman, 16/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τάχα υπαινιγμός, για να ειπωθεί οτι κάποιος έχει τoν μεγαλύτερo ή μακρύτερο μπούτζο/ πέοντα, ή την μεγαλύτερη -άντε και μακρύτερη-, μαλαπέρδα/ ψωλή.

Εν αρχή ην ο επιστημονικός λόγος:

Γιατί ο άντρας τον έχει μεγαλύτερο από τους συγγενείς του;
α. 'Κράχτης' για τα θηλυκά  β. 'Θερμοστάτης και ψύκτης'
Μάλλον οι άντρες δεν χρειάζεται να ανησυχούν για το μέγεθος του πέους τους, καθώς, όσο μικρό κι αν είναι, είναι από τα μεγαλύτερα στον κόσμο των πρωτευόντων.

Οπως έχει παρατηρηθεί οι γορίλες έχουν μικρό πέος και όρχεις, ενώ οι χιμπατζήδες έχουν μέσο μέγεθος πέους και μεγάλους όρχεις. Σε σύγκριση με τα δύο είδη ο άνθρωπος έχει το μεγαλύτερο όργανο και μέσου μεγέθους όρχεις. Ψάχνοντας το θέμα ο εξελικτικός βιολόγος Darren Curnoe πιθανολογεί ότι ο αντρας το έχει μεγαλύτερο μάλλον για φαίνεται περισσότερο ώστε να "τραβάει" τις γυναίκες. Δηλαδή το όργανό του λειτουργεί σαν "κράχτης"...

Υπάρχει και η περίπτωση όμως το μέγεθος να είναι μεγαλύτερο ώστε να δροσίζεται καλύτερα το κάτω μέρος του σώματος.

-- Κάποτε οι άντρες είχαν αγκαθωτό πέος!

«Το πέος του χιμπαντζή έχει αγκάθια, με σκοπό να τραυματίσει, προσωρινά, το θηλυκό όταν ζευγαρώνουν για να την καθυστερήσει από το ζευγάρωμα με άλλα αρσενικά σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Μια μελέτη του 2011, ανακάλυψε στοιχεία που έδειχναν ότι και ο άνθρωπος, κάποτε, είχε "αγκάθια" στο πέος του, αλλά εξελίχθηκε και έγινε λείο, αφού ακολουθήθηκε μια πιο μονογαμική αναπαραγωγική τακτική από τους προγόνους του.
69magazine

Ο αγαθός ιερεύς πάτερ Ευλάμπιος ενώ επιδεικνύει το αγκαθωτό μόριο του αγαπημένου του γάτη…Ο αγαθός ιερεύς πάτερ Ευλάμπιος ενώ επιδεικνύει το αγκαθωτό μόριο του αγαπημένου του γάτη… από δω


Α.
Τους βγάζουν ή τις βγάζουν λοιπόν έξω και μετρούν κυριολεκτικά και κυνικά συγκρίνοντας μεγέθη και μήκη. Στο ντημπέη αυτό παίζουν όλα τα φύλα και όλα τα θέματα· σεξουαλικά, πολιτικά, αθλητικά.

  1. Αγαπητό cosmo, του είπα οτι τον έχει μεγαλύτερο απ' όλους στη παρέα του και μου είπε "πουτάνες όλες". Ποιες εννοούσε;
  2. οσο και να μου κολλάς δεν θα σου κάτσω μαλάκα έχω γκόμενο την έχει μεγαλύτερη (εδώ)
  3. ποσο μ αρεσει καποια να αναπολει καποιον σε τουιτ κι εμεις απο κατω να κανουμε πουτσοχαμπερα για το ποιος τον εχει μεγαλυτερο
  4. Παλιά στη Εurovision κέρδιζε η καλύτερη φωνή Μετά η καλύτερη εμφάνιση Μετά κέρδιζε όποιος τα πάει καλά μ όλους Τώρα όποια τον έχει μακρύτερο

Ο Βαρουφακης να παει με τον Τζήμερο. Όλη μέρα θα μετράνε ποιος την εχει μεγαλύτερη #ekloges2015_round2 (εδώ)


  1. Ο Πάμπλο Γκαρσία στέλνει μεθυσμένος μηνύματα στους οπαδούς του ΠΑΟΚ και ρωτάει αν ο Μπερμπάτοφ την έχει μεγαλύτερη και τους λέει πουτάνες.(εδώ)
  2. Τι τους έπιασε όλους στα αθλητικά sites και λένε ξαφνικά για τις επιδόσεις και τους επισκέπτες τους; Σε φάση ποιος την έχει μεγαλύτερη;

Β.
Με λογοπαίγνια /γειώσεις/ δηθενιές, ότι και καλά δεν εννοούσαν αυτό που καταλαβαίνει ο πάσα ένας, συγκρίνουν ... κοιλιές, φόρους, πατριωτισμό, κομμουνισμό, νεποτισμό, λαϊκισμό, κ.ά.

  1. -Βγήκαν τα μόρια στις #panellinies2015.
    -Καί;
    -Όπως το φαντάστηκα, ο Τόλης τον έχει μεγαλύτερο.

  2. Βρέθηκαν Τσίπρας με Μεϊμαράκη τυχαία λέει και συνέκριναν ποιος την έχει μεγαλύτερη την κοιλιά. Λογικά μετά τις βγάλαν έξω να τις μετρήσουν.

  3. Αμα ειναι αντρες οι Σαμαρας και Τσιπρας, να βγαλουν τους φορους τους να δουμε ποιος εχει τον μεγαλυτερο
  4. Ε ρε εργολαβίες ο πατριωτισμός! Ποιος τον εχει μεγαλύτερο παιδιά γτ αγωνιούμε... #gidia
  5. άντε πάλι διχασμός...μετά τον πατριωτισμό μας τώρα μετράμε ποιός τον έχει μεγαλύτερο τον εξοργισμό με το μνημόνιο...οι ναι ή οι όχι βαριέμαι
  6. -Τσακώνονται ο Κουτσουμπας με τον Τσιπρα ποιος τον έχει μεγαλύτερο.
    -Τον πουτσο;
    -Τον κομμουνισμο. #vouli
  7. Βγάζουμε τους εγωισμούς μας και μετράμε να δούμε ποιος τον έχει μεγαλύτερο... Τέτοιοι είμαστε..
  8. Έχεις κ τον Κυριάκο να μετράει νεποτισμό. Προφανως για το ποιος τον εχει μεγαλύτερο.. #ti_zoume
  9. Κόντρα ποιος την έχει πιο αντιμνημονιακιά? Πάντως ο Αντωνάκης έχει πει "είμαι ο αρχιτέκτονας του αντιμνημονίου" Μαλακία ε; :-)
  10. Βγάλτον έξω τον λαϊκισμό να δούμε ποιος τον έχει μεγαλύτερο.

Ουάου!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας και υποψήφιος βουλευτής. Το επώνυμό του μάλλον στέκεται τροχοπέδη στις πολιτικές του φιλοδοξίες, αν και το παιδί μπήκε από νωρίς στα μπετά: έπαιζε τον μικρό Μητσοτάκη ήδη από το 1977, στην ΟΝΝΕΔ... Όποιος θέλει να θαυμάσει αυτήν την χαρισματική πολιτική φυσιογνωμία, ας επισκεφθεί το site του.

Πάντως η ιστορία τον δικαίωσε: από τότε που το όνομά του έγινε γνωστό, είναι πλέον συνώνυμο των εκφράσεων παίρνω τον πούλο και την πουλεύω, δηλαδή φεύγω (βιαστικά). Αν και στο βιογραφικό του δεν γράφει τίποτα γι' αυτό... Περίεργο...

- Τι ώρα πήγε ρε παιδιά;
- Εντεκάμιση.
- Ωχ, θ' αργήσω... Τομπούλογλου!

(από Cunning Linguist, 22/04/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ανακεφαλαιώνοντας και συμπληρώνοντας:

Προέρχεται απ’ το βλάχικο čiona που σημαίνει σπουργίτι. (άσχετο: στ’ Αρβανίτικα τσόνι= βρίσκω -παθητική φωνή, τσόνεμ= βρίσκομαι)

Είναι το στρουθιόμορφο πουλί σπίνος - σπίζα η άγαμος - (επίσης πίπιζα και τσουνάς). Ακριβώς επειδή είναι στρουθιόμορφο και λόγω ετυμολογίας, πολλές φορές σημαίνει και το σπουργίτι και γενικότερα ένα οποιοδήποτε πουλάκι.

Καθότι μικρό, χαϊδευτικά «τσόνι μου»: μικρό μου / πουλάκι μου / παιδάκι μου.

Σημαίνει:

  1. Τον έξυπνο και συνετό άνθρωπο, που αποφεύγει τις παγίδες και ξέρει να επιβιώνει. Ειρωνικά, το ντεμέκ τζένιο που σ’ ό,τι μπλέκεται «τα χέζει» / «τα γαμάει τη μάνα» (βλ & 6).

  2. Σε κυνηγετικά σινάφια: μικρό θήραμα χωρίς αξία, που δεν γεμίζει το μάτι, ένα τίποτα.

  3. Η τσουτσούνα (της παιδικής slang) οπότε και το πέος.

  4. Στην Λαρισαίϊκη έκφραση – γείωση «Τρία π’λιά (πουλιά) κι ένα τσόν» σημαίνει ό,τι και τα: «Άσχετο», «άλλ’ αντί άλλων», «από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα», «Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω» στην καλύτερη εκδοχή - και στη χειρότερη: «μιλούνε όλοι, μιλούν κι οι κώλοι» για κάποιον που πετάγεται σαν πούτσα / πορδή εκεί που δεν τον σπέρνουν.

  5. Στην έκφραση: «Μυαλό από τσόνι» σημαίνει ό,τι και το «μυαλό κουκούτσι» κι αναφέρεται σε βλάκες, ουγκ, στόκους δηλώνοντας κάτι που δεν υπάρχει και μοιάζει πολύ με το «Μαλλιά από τσόνια, και γάλα από χελώνες» (βλ σχόλιο του krepsinis στον έτερο ορισμό)

  6. Σε πιο slang χρήσεις μπορεί να σημαίνει (συνήθως υποτιμητικά):
    α) τον σφίχτερμαν / μπρατσαρά (απ’ το μπρατσόνι),
    β) τον μπάτσο (απ’ το μπατσόνι) των ΜΑΤ.

Αναφέρω παραδείγματα όπου γίνεται παιχνίδι με πολλές έννοιες ταυτόχρονα.

  1. - Εγώ λέω μπήκε ένα τσόνι κάτω απ’ τη σέλα ... λίγο πιο πάνω απ’ τη μπαταρία περίπου και κελαηδάει σε κάθε αλλαγή ταχύτητας γιατί γουστάρει τα γκάζια!!! πάντως ειλικρινά... δεν έχω καταλάβει τίποτα γι’ αυτό το θόρυβο... γι’ αυτό δεν μπορώ να δώσω σοβαρότερη απάντηση. Πάντως ψάξε και για το τσόνι, ποτέ δεν ξέρεις!
    - Τι είναι το τσόνι; Εδώ στο χωριό μου δεν τα ξέρουμε αυτά!
    - Χα χα χα!! Από πού είσαι;
    - Ανήκω στην φυλή των δρομιάρηδων. Εμείς δεν έχουμε τέτοια πράγματα. Μόνο γράσο, λάδι και καμένο λάστιχο!
    - Το ξέρεις το τσόνι! Σίγουρα! Είναι αυτό που κελαηδάει ανάμεσα απ’ τα πόδια σου όταν είσαι με κοπέλα! Εκτός αν είσαι απ’ το χωριό Συκιές. (αγορασμένο)

  2. - Κι αν είναι προβοκάτσια που λες, μη την ψάχνεις σε ξένες πρεσβείες! Αν ήταν τέτοια, θα την έστηνε μια χαρά ο Κ..κος, που ψάχνει εναγωνίως διάψευση ότι η ΝΔ του Σαμαρά, τον οποίον έτρεξαν να στηρίξουν τα πρώην τσόνια που τον είχαν προτιμήσει για τους λόγους που περιγράφονται, αρνείται την ανάγκη υπεράσπισης και τον ανένδοτο αγώνα για το όνομα!
    - Όχι ρε φίλε! Τσόνι είμαι! Πάω όπου μπορώ να σταθώ! Κοιτώντας αν μου παρέχουν ενδιαίτημα! Όχι Ξόβεργες! (από εφημερίδα)

  3. – Χτύπησες τίποτα;
    - Μπα!! Ούτε τσόνι, γαμώ την γκαντεμιά μου.

  4. «Μιλώντας ο υφυπουργός άκουσε τον Γ. Τ..κη να τον διακόπτει λέγοντας κάτι άσχετο με την ομιλία. Έτσι, λοιπόν, επιστράτευσε κάτι που λένε στην πατρίδα του για να του «κόψει τον αέρα». «Στη Λάρισα λέμε “τρία πλιά κι ένα τσόνι” κυνηγάνε τον Αντώνη»! (προσαρμοσμένο από το δίχτυ)

  5. – Μωρό μου; Γουστάρεις τις καινούργιες μου γόβες - στιλέτο;
    – Πού θα τις βάλεις μωρή;
    - Στην εκδρομή.
    - Στο Καϊμάκ για σκι; Ε!! ρε!! μυαλό από τσόνι.
    - Κλαψ! Λυγμ!. Κι εγώ που άκουσα ξεσκί.
    - Νταξ!! Μ’ αρέσει ο τρόπος που …ακούς.

  6. α. «…Ο C…la δεν είναι άγνωστος παίχτης αλλά είναι αστείο να αναφέρεται σαν λύση, επειδή είναι τσόνι και ντούκι! Ο τύπος είναι κοκάκιας και μπασκετικά δεν είναι και τίποτα σπουδαίο! Αλλά το μπάσκετ θέλει μυαλό και μετά μούσκουλα!...» (από μπλογκ)

ένα τσόνι  (από sstteffannoss, 07/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified