Further tags

Τα αποδημητικά πουλιά κατά τη βιβλιογραφία πετάνε σε θερμότερους τόπους για να ξεχειμωνιάσουν. Έτσι κι ο παντρεμένος άνδρας που γουστάρει να ξενοκοιτάει, κατά καιρούς αναζητάει να αποδημήσει πετώντας σε άλλες φωλιές προκειμένου να ικανοποιήσει τις ερωτικές ορμές του (λέγε με βιολογικές ανάγκες), μέσα σε θερμές αγκαλιές. Ο άνδρας δηλαδή που θέλει να κάνει πράξη αυτά που αναφέρονται στο τραγούδι «το πουλί», τραγούδι που πρωτοερμηνεύτηκε από τον Χρηστάκη. (βλ. σχόλιο στο «επαναληπτική καραμπίνα»).

Έτσι κατά τη γνώμη κάποιων, κάποιος μπορεί να καταντήσει σαβουρογαμίκουλας. Κατά κάποιους άλλους όμως, επειδή αυτός, αισθάνεται φυλακισμένος και σεξουαλικά καταπιεσμένος (κατά αυτούς που διαβάζουν γιαλομιές, ή κατά τον καθηγητή Μίλλερ, στο έργο: «Η γυναίκα μου τρελάθηκε», με την Αρώνη και τον Κωνσταντάρα) και επειδή δεν μπορεί να τρώει συνέχεια πατάτες, πατάτες, πατάτες, αποφασίζει να τερματίσει αυτή τη μονόπλευρη αντιμετώπιση, που του προσδίδει ποικίλες επιπτώσεις στο νευρικό του σύστημα.

Έτσι αναγκάζεται να σπάσει τη ρουτίνα και να δώσει άλλο νόημα στη μέρα του ενδίδοντας στις ποικίλες επιδράσεις που δέχεται. Και αφού ο άνθρωπος, αποδημητικό πτηνό θα ξεδίνει σε άλλες αγκαλιές θα 'ναι πιο χαρωπός.(Η Ζαρώκοστα ψύλλιαζε την Αρώνη, στο «η γυναίκα μου τρελάθηκε», υπογραμμίζοντας ότι η χαρωπή όψη ενός πρώην σκυθρωπού άνδρα, μπορεί να λειτουργεί ως στάχτη στα μάτια της γυναίκας του, ώστε η γυναίκα του να μη βλέπει τις περικοκλάδες ακόμα και στο καταχείμωνο.).

Ε, κι όπου κι αν πάει, στο τέλος θα τιμήσει το λιμανάκι του. Έτσι κι ο Οδυσσέας, μπορεί ακουσίως να αποδήμησε (τουλάχιστον έτσι ξέρουμε), αλλά ωστόσο πήδηξε εκουσίως με την ψυχάρα του Κίρκη, Καλυψωλού, Ναυσικά και τις άλλες ψωλαρπάχτρες. Έτσι έκανε επαρκώς update στο σεξουαλικό ταμπεραμέντο του και μετά γύρισε στην Πηνελόπη του, για να την ικανοποιήσει με την τεχνογνωσία που απέκτησε. (Άλλο τι μας λέει ο Ομηρος, ή από τι φίλτρο πέρασε ο λόγος του, για να αποκτήσει παιδαγωγική προσέγγιση. Αλλιώς ο λόγος του δε θα μπορούσε να διδαχθεί στα σχολεία, ούτε θα υπήρχε λογική να δίνει κανείς τέτοια Αρχαία για να μπει στο πανεπιστήμιο. Ίσως σε καμιά «σωματεμπορική Μετσόβου», σε καμιά «ανωτάτη ξεκωλιαστική Λαρίσης», ή στη «μεγάλη των Μπουρδέλλων σχολή»).

Κι αν θεωρήσουμε πως ισχύουν αυτά που λένε οι Λιάκουρες, πως πήγε δηλαδή, σε Αμερική, σε Αζτεκους, σε Μάγια κ.λπ., τόοοτε... το πέος του δεν ήταν απλό πέος. Πολιτισμικό χωνευτήρι ήταν και προσωποποιούσε τη σεξουαλική παγκοσμιοποίηση μέσα από την πανσπερμία της κουλτούρας των γυναικών, των λαών πού πήδηξε.

Ο άνθρωπος, αποδημητικό πτηνό βάζοντας το πηδάλιο στα έμπειρα χέρια (ορμές) του κάτω κεφαλή πιλότου και με το διπλωματικό δαιμόνιο του πάνω κεφαλή πιλότου (για να φάει λάδι και να..., προκειμένου να τη βγάλει λάδικαι να γλυτώσει από την παντόφλα), πετάει από κανάρα σε κανάρα. Ρε άμα έχεις επιδέξιους πιλότους δε φοβάσαι τίποτα.

Έκαστος στο είδος του, κι οι δυο μαζί στη σεξουαλική τέρψη και στην ελευθερία του ατόμου. Έτσι ακριβώς προσπαθούσε να λειτουργήσει κι ο Ακάλυπτος (Καφετζόπουλος), στο σήριαλ «κι οι παντρεμένοι έχουν ψυχή» στο ομώνυμο σήριαλ (στη λέξη ψυχή, όπου υ διάβαζε ω, κι όπου χ διάβαζε λ, ψωλή δηλαδή).

Διάλογος παντρεμένων:
-Τον βλέπεις ρε... τον Μητσάρα; Πάλι σ' άλλη γκόμενα πάει σήμερα.
Όχι... θα κάτσει να σκάσει.
-Ρε το χει πιάσει το νόημα. Χίλιες φορές έτσι ρε... έτσι... Να 'σαι αποδημητικό πτηνό και να αναπνέεις ελευθερία από το να αισθάνεσαι φυλακισμένος και να σαπίζεις.
-Ναι ρε... Ναι. Πόσο θα ζήσουμε; Αφού η φύση μας είναι πολυγαμική... γιατί θα πρέπει να ελέγχουμε τη στύση μας;

"Η γυναίκα μου τρελάθηκε" (από GATZMAN, 22/11/08)Ο γιατρός διαβάζει κέιμενα του καθηγητή Μίλλερ (από GATZMAN, 22/11/08)Ακάλυπτος (από GATZMAN, 22/11/08)Συμπρωταγωνιστριες του Ακάλυπτου, από το έργο :"Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή" (από GATZMAN, 22/11/08)Και οι παπαγάλοι είναι αποδημητικά! (από Dirty Talking, 25/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από τις σεξιστικότερες ύβρεις, σύμφωνα με την οποία το γυναικείο αιδοίο (και κατ' επέκταση η γυναίκα που το φέρει) παρομοιάζεται και εξομοιώνεται με μια απλή, νέτη σκέτη Τρύπα. Στο μυαλό αυτών που το λένε (διαβεβαιώ τον Τζίζας που πρότεινε τον όρο πως το λεν αρκετοί) η λέξη αυτή είναι ακόμα υβριστικότερη από το μουνί, μουνότρυπα και τα συναφή, καθότι υποβιβάζεται πλήρως η αξία του στη μη αξία μιας τρύπας η οποία, στην καλύτερη περίπτωση να βουλώσει και τίποτ' άλλο. Απαθής, αμέτοχη και αδιάφορη για τους πάντες τρύπα, αυτό είναι η γυναίκα στο μυαλό όσων τις αποκαλούν έτσι. Μάλλον έχουν τους προσωπικούς τους λόγους και δεν έχει να κάνει με το ποιόν της γυναίκας που υφίσταται αυτή την επίθεση.

Υπάρχουν και γυναίκες που το λένε προς τις ομόφυλές τους και τότε έχει μεγαλύτερο μένος η βρισιά. Τώρα αν λέγεται και σε αδελφές, ουκ οίδα. Μεταξύ τους, υποθέτω πως ναι, το λένε.

- Αχ συγνώμη κύριε, δεν το είδα το στοπ...
- Ουστ μωρή τρύπα, μιλάς κι από πάνω...

(από ironick, 22/11/08)

Βλ. και καυλόμουνο, αμαρτωλό, ξεψώλι.

Λέξεις για τους όρχεις και τα αντρικά γεννητικά όργανα συνολικά: αρχίδια, ζουβάχια, καλαμπαλίκια, καμπανέλια, καρύδες, κοκόβια, κοχόνια, κρεμαντζόλια, λιμπά, λυμπά, μπομπόλια, οικογένεια, παπάρια, τζοχανταραίοι. Ειδικά για συνώνυμα του πέους δες πέος.

Λέξεις για τα γυναικεία γεννητικά όργανα: γατάκι, κουτί, μουνί, μουτζό, μύδι, νιμού, πιπί, πουτί, πράμα, τρύπα, ψωλότσεπη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Πολύ ανώτερο σε πουστιά και δόλο άτομο από το μουνόπανο και το αρχίδι. Σε τέτοιο βαθμό που μόνο μια πουτάνα θα μπορούσε να είχε αναθρέψει.

  2. Έμμεσος τρόπος να αποκαλέσουμε πουτάνα τη μάνα κάποιου, και σίγουρος τρόπος να αρχίσει καυγάς με ξυλοδαρμό.

1.(Διάλογος μεταξύ φαντάρων):
- Ρε μαλάκα άργησα 5 λεπτά να πάω στη σκοπιά και με έβγαλε αναφερόμενο ο πούστης ο επιλοχίας.
- Μεγάλο πουτανόθρεμμα ο τύπος...

  1. - Έλα δω ρε πουτανόθρεμμα!!!
    - Τι είπες ρε; Ετοιμάσου να πεθάνεις!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που μπαινοβγαίνει στα μπουρδέλα χωρίς τελικά να πηδάει.

Όλη τη Φυλής και το Μεταξουργείο πήραμε τσάρκα και ακόμα να γαμήσει ο μπουρδελοξεπόρτης!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο τόσο ελεεινό στην εμφάνιση που τρώει εγγυημένα κάθε φορά πόρτα σε πάσης φύσεως νυχτερινά κέντρα, μπαρ, κλαμπ, και γενικά όπου υπάρχει face control.

(Διάλογος σε καφετέρια)
- Μαλάκες πάμε να φύγουμε, έρχεται ο Δημήτρης ο Πόρτας.
- Γιατί τον λέτε έτσι ρε παιδιά;
- Μα καλά δεν τον ξέρεις; Ο τύπος τρώει πόρτα και σε μπουρδέλο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πολύς λόγος γίνεται τώρα τελευταία για το σίγμα.
Ως γαλλικό σίγμα, μιλάμε για τον άνθρωπο εκείνο που λόγω ηλικίας (εβδομήντα Μαΐων και βάλε), το σώμα του από τα γεροντάματα και την καταπόνηση της ζωής μπορεί να παρομοιαστεί με S. Έτσι, τα πόδια είναι ανοικτά και κυρτώνουν προς τα μπρος, η περιφέρεια κάμπτεται προς τα μέσα, η κοιλιά πάει προς τα μπρος, η πλάτη φιλοξενεί καμπούρα και το κεφάλι είναι γειρτό και χωστό μέσα στους ώμους.

Ο όρος θα μπορούσε να μην αναφέρεται υποχρεωτικά σε γέρο άνθρωπο, άλλα σε κάποιον που έχει εκ γενετής μυοσκελετικά προβλήματα, ή τα αποκτά μέσω ατυχήματος και σαν συνέπεια αυτών το σώμα του μοιάζει με γαλλικό σίγμα (βλ. παράδειγμα 2).

  1. - Πόσα χρόνια έχεις να δεις την κυρα Φωτούλα;
    - Ου... δε θα 'ναι καμιά εικοσαριά χρόνια που θα 'χω να τη δω. Θα τα 'χει πατήσει τα ογδονταπέντε, ε;
    - Ογδονταοχτώ είναι.
    - Πώς είναι;
    - Αν εξαιρέσεις το γεγονός πως είναι σα γαλλικό σίγμα, κατά τα άλλα είναι κατάγερη και έχει εξελιχθεί σε super γιαγιόνι.
    - Καραλόλ!

  2. Αναφορά σε σκάφος.
    Θα σου ελεγα να μη βαζεις ατομο μπροστα και μαλιστα σε καθισμα.Ο μπατζανακης μου καθοταν μπροστα στο πατωμα,επεσα σε κατι απονερα και τον ειδα ΟΛΟΚΛΗΡΟ στον αερα.Και ειναι και 120 κιλα.Η μεση του εγινε γαλλικο σιγμα.
    http://www.createphpbb.com/adminfouskoto/viewtopic.php;t=5558&start=15&sid=6379e5cb18806086c5136da989c7e5e9&mforum=adminfouskoto

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υπάρχουν δύο μεγάλες συνομοταξίες γουρνάρηδων, με διαφορετική ετυμολογική προέλευση:

1. Ο χοιροβοσκός. Η ορθή προφορά είναι γουρνάρς.

Εκ του γουρουνιού (< αρχ. γρώνα, η γουρούνα).

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναρωτηθούμε που πήγε η δεύτερη συλλαβή ου, οέο. Εξερευνώντας την επαρχία μας θα διαπιστώσετε ότι πάμπολλες ταβέρνες δελεάζουν τους περιηγητές με μια μαγική επιγραφή: γουρουνόπουλο σούβλας. Φτάνοντας όμως στην Πελοπόννησο, και προχωρώντας νότια προς Αρκαδία και Μεσσηνία, οι πιο οξυδερκείς καλοφαγάδες θα παρατηρήσουν μια ειδοποιό διαφορά που θα διεγείρει τους σιελογόνους αδένες τους: στις πινακίδες των ταβερνείων το γουρουνόπουλο μεταλλάσσεται σε γουρνοπούλα.

Εγκαταλείπεται δηλαδή η πλεονάζουσα συλλαβή ου και πέφτουμε πάραυτα στο ψητό.

Με την ίδια λοιπόν αφαιρετική λογική ο γουρουνιάρης χοιροβοσκός γίνεται γουρνάρης. Ο έχων την ετυμολογία του χοίρου γουρνάρης έχει, εκ του προχείρου, δύο σλανγκικές εφαρμογές:

α) Ο μηχανόβιος aficionado της γνωστής γουρούνας.

β) Έτσι ακοκαλείται, με βουκολική διάθεση, οποιαδήποτε μορφής ανθρώπινο γουρούνι: - Όργανα της τάξης - Σοβινιστής φαλλοκράτης (ήτοι οιοσδήποτε άνδρας δεν το σφίγγει το μπουλόνι) - Ακατάστατος και εν γένει λιγδιάρης (γράφε, μη μητροφυλόφιλος).

2. Παραδοσιακό παιχνίδι του παρελθόντος

Εκ της γούρνας (< αρχ. γρώνη, η κοιλότητα) του οποίου οι κανόνες μπορείτε να διαβάσετε εδώ, αρκεί να σντικαταστήσετε ως συνήθως το ερωτηματικό.

Γουρνάρης, the pig farmer:

Ο μόνος που δεν ψήφισε ακόμη είναι ο Τζίμος ο γουρνάρης. Βλέποντας ότι η ψήφος του είναι καθοριστική τρέχουν να τον παρακαλέσουν να διαλέξει την μία ή την άλλη παράταξη. Ο Τζίμος ανένδοτος δεν αποδέχεται τις προτάσεις αλλά τους εκβιάζει λέγοντας να ψηφίσουν αυτόν για πρόεδρο. (Από τοπική εφημερίδα της Ημαθίας)

Γουρνάρης, the male chauvinist pig

Λίλιαν: Είσαι ένας αισχρός άθλιος γουρνάρης!
Πέρι: Γουρνάρης, χρου;;;

Γουρνάρης, the game:

Για μπάλα είχαν το σκλεπατάρι,
πηδούσαν σαν καλλικατζάροι,
στη γούρνα έπρεπε ν’ αράξει
ο γουρνάρης για ν’ αλλάξει.
(Από λαογραφική ιστιοσελίδα)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο που εμπίπτει στην κατηγορία μπαστουνόβλαχος, αλλά αν απομακρυνθεί περισσότερο από 30 χλμ. από τη στάνη του, και ειδικά αν βρεθεί σε αστικό κέντρο, η συμπεριφορά του θυμίζει ούφο με σκούφο -και με φλογέρα. Κατά πολύ πιο βλάχος από τον απλό μπαστουνόβλαχο ή ακόμα και τον καράβλαχο.

(Διάλογος μέσα σε αυτοκίνητο σε μποτιλιαρισμένο δρόμο στο κέντρο της πόλης)
- Πού πάει ρε μαλάκα το άτομο με την κατσίκα στην καρότσα από το Navara;
- Απίστευτος διαστημόβλαχος! Φέρε το κινητό, αυτός είναι για φωτό.

διαστημόγυφτος; (από xalikoutis, 24/11/08)(από Khan, 18/03/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο όχι απαραίτητα εύσωμο ή με μπυροκοιλιά, που μπορεί όμως και καταναλώνει απίστευτες ποσότητες αλκοόλ χωρίς να έχει ιδιαίτερη προτίμηση σε συγκεκριμένο είδος. Συνήθως σταματάει να πίνει όταν εξαντλούνται όλα τα διαθέσιμα αποθέματα αλκοόλ, ή όταν πέσει αναίσθητος από το ποτό.

- Βάλε να πιούμε ένα ποτάκι ρε φίλε.
- Άσε μεγάλε, πέρασε ο Διονύσης απο 'δω χθες βράδυ και τα στράγγιξε όλα. Μέχρι και το Creme de Menthe ήπιε ο αθεόφοβος. Μου άφησε το σπίτι στεγνό.
- Τι νεροχύτης είναι αυτός ρε μαλάκα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Για τα σκουπίδια, για πέταμα, για κλάσιμο, για τομπούτσο. Ούτε καν για ανακύκλωση.

Το πέταμα, του πετάματος > του πετάματου > του πεταμάτου > του πεταματού (συμπίπτει να είναι και το εμφατικότερο όλων).

- Καλά δεν ξαναβγαίνω με την παρέα της γκόμενάς μου. Με έχουν όλοι του πεταματού. Τι ζόρι τραβάνε; Βερμουδιάρη με λέει η μία, τσιτσίκο με βρίζει ο άλλος, άσταδγιάλα πια, βαρέθηκα.
- Ναι, αλλά πολύ συγχίζεσαι και δεν θά 'πρεπε. Μήπως θα ήταν καλύτερα να πας να κάνεις λίγο δουλειά με τον εαυτό σου...
- Χέσε μας μωρή Γιαλόμα και συ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified