Further tags

Ο υπερήλικας παππούς, αυτός που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του, ο κατάκοπος!

- Αυτός ρε συ κρατιέται καλά, είναι γύρω στα 65. - Τι 65 ρε μαλάκα, αυτός είναι με το ένα πόδι στον τάφο, σκέτο ραμολιμέντο ο άνθρωπος!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην καθομιλουμένη, σπεκουλαδόρος αποκαλείται ο κερδοσκοπικός καιροσκόπος (ή, μήπως, ο καιροσκοπικός κερδοσκόπος;). Εκ του Ιταλικού speculatore.

Στην σλανγκική όμως (υποομάδα 2, σλανγκολειτουργικά), σπεκουλαδόρος αποκαλείται όποιος αποτίει αδιάκριτα σπεκ σε μέτρια έως απαράδεκτα λήμματα με σκοπό τον προσεταιρισμό φίλα κείμενων μπαγαποντοδοτών.

Ο νόμος των μεγάλων αριθμών συνήθως επικρατεί και εξαλείφει τις βαθμολογικές στρεβλώσεις τόσο των σπεκουλαδόρων όσο και των κλασσικών μπαγαποντοδοτών.

Λήμμα: Αρχιδομούνης
Σπεκουλαδόρος: Μεγάλε, ζωγράφισες πάλι... σπεκ ... Σπεκ... ΣΠΕΕΕΕΚ! Τρίτος: Ουστ, μπαγαποντογλείφτη σπεκουλαδόρε!

(από Rebelais, 26/02/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται για να δείξει πως κάποιος ή κάτι είναι φανταστικός ή πάρα πολύ καλό.

- Σ' αρέσει το καινούργιο αμάξι του Σάκη;
- Μόνο ρε; Γαμιστερό είναι το αυτοκινητάκι!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που σου σπάει τα νεύρα και καταντάει εκνευριστικός την ώρα που κάνεις κάτι σημαντικό ή κάποιος που δεν σε αφήνει σε ησυχία για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

- Ρε συ, σταμάτα πια, βαρεθήκαμε να σε ακούμε!
- Ναι, ρε συ, καταντάει τόσο...
- Σπαστικόνευρος.
- Ά μα γειά σου!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που είναι εθισμένος με την ταχύτητα και πηγαίνει συνεχώς τέζα.
Είναι ο συνήθης τύπος κατόχου πεζώ ραλί και συχνάζει στα λιμανάκια κλπ.

- Ρε δεν πάμε στα λιμανάκια να χαζέψουμε κανέναν γκαβλόγκαζο να περάσει η ώρα;
- Φύγαμε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ψιλοπαλιό παρατσούκλι των ΠΑΣΠιτών (παλιό, γιατί με τη γενιά της vodaphone έχουμε μπερδέψει τα μπούτια μας σ' ότι αφορά την αντιστοίχηση κώμης - κουλτούρας - πολιτικής θέσης κλπ. -....θα καταλάβετε). Το «φασολάκια» προκύπτει από το ιδιόμορφο και ομοιόμορφο της εμφάνισης των ΠΑΣΠιτών, το οποίο εθύμιζε σε ορισμένους τα συμπαθή ψυχανθή (πράσινο σώμα, όρθιο κοτσάνι). Μιλάμε για τις εποχές όπου ο ζιλές ήταν υποχρεωτικός. Από γνωστό φοιτητικό σύνθημα...(βλ. παράδειγμα).

Πράσινα μπλουζάκια, και τα μαλλιά καρφάκια
δεν είναι οι ΠΑΣΠίτες, είναι φασολάκια...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για το γένος φθείρας pthirus pubis η κοινή μουνόψειρα το οποίο ευδοκιμεί και αναπτύσσεται στο τρίχωμα της ήβης. Μεταδίδεται μέσω σεξουαλικής επαφής, ή από επαφή με μολυσμένα κλανοσκεπάσματα ή ρούχα.

Η καβουρογαμόψειρα οφείλει το όνομά της στην ομοιότητα που φέρει σε μικροσκοπικό κάβουρα. Αγγλιστί: crab louse.

Στην σλανγκική, καβουρογαμόψειρες επίσης αποκαλούνται οι πάσης φύσεως ενοχλητικές κολλιτσίδες, κυρίως εάν πρόκειται για πρώην γκόμενες που δύσκολα ξεφορτώνεσαι.

- Προδοσία λεβέντες! Έπεσα σε μια μουνοπαγίδα γιομάτη καβουρογαμόψειρες!

Καβουρογαμόψειρα η ηβική (από Vrastaman, 12/11/08)Εμείς στην Αμερική... (από Vrastaman, 24/11/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εναλλακτικός τρόπος για να πεις ότι κάποιος είναι με την άλλη ομάδα, ότι, δηλαδή, το σηκώνει το σακάκι.

- Κι αυτός ο Λούλης, ρε συ, και γαμώ τους πλέημέηκερ. Αλλά μην πας να βαρέσεις βολή, εκεί, να σου χτυπήσει τον κώλο. Λες να είναι με τους άλλους;
- Τώρα το πήρες χαμπάρι; Μετά από κάθε προπόνηση στα αποδυτήρια το μυρίζει το τιρινίνι με το τριάρι!

Βλέπε και η άλλη ομάδα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που περιγράφει τη συνήθεια του υποκειμένου της φράσεως να επιδίδεται στο ευγενές άθλημα του στοματικού σεξ σε αρσενικά άτομα, με ιδιαίτερη έμφαση στην (προβλεπόμενη από το Νόμο 03/10098) κατάποση του σπέρματος κατά την λήξη (το μιλκ σέηκ δηλαδή). Στην καθομιλουμένη θα λέγαμε ότι παίρνει τσιμπούκια και τα καταπίνει...

- Καλό γκομενάκι η Μάρω..
- Άσε, κολλητε, έμαθα και ότι το ρουφάει το μιλκ σέηκ!
- Ω ρε φίλε με κάβλωσες τώρα...

Roufa, Oh eulogised one! (από Vrastaman, 13/11/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εν αντιθέσει με το ζωντανό μύθο, έναν άνθρωπο που υπεραξιοποιεί τις εγκεφαλικές δυνατότητες και αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού στον τομέα που διαπρέπει, ο ζωντανός ζύθος (παράφραση της φράσης ζωντανός μύθος)
υποδηλώνει τον άνθρωπο που βρίσκεται στο απέναντι άκρο.

Υποδηλώνει τον άνθρωπο με λειψό ειδικό βάρος, αυτόν που είναι περιορισμένης ευθύνης, που έχει εγκεφαλογράφημα ευθεία, που έχει ξενοίκιαστο το ρετιρέ, που ο λόγος του είναι γεμάτος μαργαριτάρια. Λειτουργεί ως ενσαρκωμένος ζύθος, ως άνθρωπος-οινόπνευμα, εξαιτίας του εικονικού αλκοόλ που τρέχει από γεννησιμιού του στο αίμα του και που επιδρά καταλυτικά στις νοητικές λειτουργίες του, χαρακτηρίζοντας ανάλογα τα λόγια και τα έργα του. Πολλές φορές κάποιος αγανακτώντας με ένα ζωντανό ζύθο αναφωνεί: Γι' αυτό δε βρέχει, λες κι όπως η μαλακία είναι δύναμη έτσι και η βλακεία είναι δύναμη, και μάλιστα δύναμη που μπορεί να επηρεάσει τα φυσικά φαινόμενα. Πολλές φορές μπορεί να τα φέρει η μοίρα, η συγκυρία, και ένας τέτοιος άνθρωπος να βρεθεί σε θέση επιρροής (π.χ. πλανητάρχης, διευθυντής εταιρείας κλπ) και με τις ενέργειες του να πάρει πολύ κόσμο στο λαιμό του.

Η ομοιότητα του ζωντανού ζύθου με το ζωντανό μύθο στηρίζεται στο γεγονός πως επειδή κι οι δυο βρίσκονται στα άκρα του νοητικού φάσματος, βγαίνουν στην αγορά σε λίγα κομμάτια και φυσικά δεν περνούν ποτέ απαρατήρητοι.

– Άκου μαλακία. Έβρεχε... κι ο ηλίθιος πότιζε τις γλάστρες.
– Α καλά... ζωντανός ζύθος ο τύπος. Να τον προσέχουμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified