Further tags

Ο φαγάς, ο λαίμαργος, η καταβόθρα κλπ. Μεταφορικά γενικά ο άπληστος.

Εκ του «φα- (=ρίζα του αορίστου του ρήματος «τρώω») + ούλας», με παρεπίδραση του «φά 'τα ούλα» (=φάε τα όλα«).

- Σιγά ρε φαταούλα, θα μας φας κι εμάς να 'ουμ....

Μαντέψτε ποιός είναι ο φαταούλας. 1. O χαζούλης 2. Αυτός του οποίου το βλέμμα σπινθηροβολεί λιποπρωτεΐνες δ) all of the above (από Vrastaman, 15/11/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τρισάθλιος, κυρίως εμφανισιακά αλλά και «εσωτερικά». Ο μιζερομίζερος, ο καχεκτικός, ο «κακομοίρης». Συνήθως είναι και ξινίχλας. Ανήκει στην κατηγορία μύγας, αλλά νομίζει ότι έχει πιάσει τη ζωή απ' τ 'αρχίδια και συμπεριφέρεται αναλόγως: κάνει πουστίτσες, έχει πάντα την «καλή» κουβέντα στο στόμα του, κάνει κατήχηση σε όλους προσπαθώντας να επιβάλλει τις απόψεις του, γενικά σπάει καυλί και συμπεριφέρεται σαν κυρα-περμαθούλα. Μπορεί όμως και να είναι πολύ μαζεμένος και ντροπαλός, όχι όμως από τους μαζεμένους και ντροπαλούς που μας είναι συμπαθείς, αλλά απ' αυτούς με το ύπουλο μάτι.

Άπλυτος, αξύριστος, άλουστος, ακούρευτος, λιγδιασμένος, με ικανή δόση πιτυρίδας. Παλιό μοντέλο άντρα, δε λέω, τώρα πια δεν το βλέπεις συχνά. Ευτυχώς.

Έτσι όπως το φαντάζομαι, η λέξη προέρχεται από ένα περίεργο κράμα των λιμός (πείνα, άρα λιμασμένος -μεταφορικά- ή απλώς αδύνατος) και φτερό (τόσο ανεπαίσθητη είναι η παρουσία του, αλλά με την κακή έννοια). Το -ξί- μπήκε για λόγους ευφωνίας ή συλλαβικού ρυθμού.

Δεν απαντάται στο θηλυκό, αλλά αν θέλουμε να το πούμε για γυναίκα χρησιμοποιούμε το ουδέτερο και γίνεται ακόμα πιο υποτιμητικό. Αφορά γυναίκες οι οποίες είναι επίσης ατημέλητες, καχεκτικές, βρώμικες, ελεεινές και εξαιρετικά μικροκαμωμένες.

  1. Βρε κορίτσι μου, τί δουλειά έχεις εσύ με αυτόν τον κατακαημένο, άντε τράβα να βρεις κανα γκόμενο να σου ταιριάζει αντί να υποτιμάς τον εαυτό σου έτσι μια ζωή με όλους τους λιμοξίφτερους...

  2. Καλά, χθες φρίκαρα, ήρθε στο μπαρ η Ελένη, αυτό το σίχαμα, το λιμοξίφτερο, και μου την έπεσε άσχημα, δεν ήξερα από πού να φύγω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το στόρι για τη συγκεκριμένη ατάκα βασίζεται στο ζευγάρι Θάνου και Παγώνας Παγιαυλή, που ζούσε στην παλιά περιοχή της Αγίας Παρασκευής, περιοχής που βρισκόταν παλιά κοντά στο Θησείο. Το ανδρόγυνο δημιουργούσε την εικόνα ενός πολύ αρμονικού ζευγαριού, ζευγαριού που αποτελούσε πρότυπο προς μίμηση. Όλοι ήθελαν να τους μοιάσουν.

Μόνο που κάποια στιγμή το μουσαντό φάνηκε και έτσι ο μύθος κατέρρευσε. Ήταν πολύ καλό αυτό που φαινόταν ότι συνέβαινε, για να ήταν αληθινό. Η αλήθεια ήταν πως, ενώ η κοπέλα ξυλοφορτωνόταν κάθε βράδυ, το πρωί το ζευγάρι κυκλοφορούσε μέσα στις γλύκες και τα σορόπια για να ξεγελάει τον κόσμο.

Η έννοια του συγκεκριμένου όρου, αναφέρεται σε ένα ζευγάρι που υποκρίνεται πως είναι δεμένο και αγαπημένο, εξαιτίας κάποιου κοινού συμφέροντος (οικονομικοί λόγοι, κοινωνική καταξίωση, κλπ). To ζευγάρι προσπαθεί να περάσει την εικόνα μιας υποτιθέμενης αρμονικής σχέσης.

Ορισμένες σχετικές περιπτώσεις αναφέρονται ακολούθως:

α) Θα μπορούσαμε για παράδειγμα να μιλήσουμε για ανδρόγυνο που έχει δικιά του επικερδή επιχείρηση και τα 'χει σπάσει ανεπανόρθωτα σε σημείο που τόσο ο άνδρας, όσο και η γυναίκα σκέφτονται τις δυσμενείς συνέπειες που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν αν δημοσιοποιηθεί η κατρακύλα της σχέσης τους.

β) Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, για ζεύγος διάσημων από διαφορετικούς χώρους που για λόγο εκμετάλλευσης των δημοσίων σχέσεων που ανοίγονται από μια τέτοια ένωση, το παίζουν πως έχουν σχέση χωρίς όμως να παίζει τίποτα.

γ) Θα μπορούσαμε ακόμα να μιλήσουμε για υποτιθέμενο ζευγάρι ντιγκιντάγκα - ετεροφυλόφιλης από τον καλλιτεχνικό χώρο, με στόχο τη δημιουργία συνεργασιών (βλ παράδειγμα 1). Αποτελεσματικός αρωγός σε αυτό, το αναμενόμενο κους κους.

Ωστόσο, ο όρος θα μπορούσε να αναφέρεται και σε ένα πραγματικά αρμονικό ζεύγος, όπου κάποιοι άλλοι για δικούς τους λόγους, είτε τους ζηλεύουν, είτε θέλουν να τους διαβάλουν.

Ακόμα ό όρος θα μπορούσε να αναφερθεί από τύπους που τους ξενίζει η εικόνα ενός πραγματικά αρμονικού ζεύγους που ζει στον ρομαντικό κόσμο του. Έτσι ως συνωμοσιολόγοι σκαρώνουν σενάρια.

Θα μπορούσαμε ακόμα να μιλάμε και για ζεύγος, που χωρίς να υποκρίνεται, ζει μέσα στα μέλια και στα σορόπια σχεδόν αποκομμένο μέσα στον κόσμο του.

Σημείωση:

1) Το ζεύγος αυτό δεν είναι απαραίτητο να είναι ανδρόγυνο. Μπορεί να αναφερόμαστε σε άνδρες (βλ. παράδειγμα 2), ή σε γυναίκες.

2) Η δεύτερη λέξη του όρου, εκτός από ζευγαράκι, μπορεί να αναφερθεί, είτε ως ζεύγος, είτε ως ζευγάρι, είτε ως αντρόγυνο (εδώ εξαιρείται φυσικά η περίπτωση ατόμων του ιδίου φύλου).

  1. ...για την Τζούλια Αλεξανδράτου, που μαζί με τον Ψινάκη αποτελούν πλέον το ζευγαράκι της αγίας Παρασκευής.
    http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=11.02.2007,id=94775612,7361020

Υποτιθέμενοι λόγοι: Βραδινό σόου, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του “K-P” ετοιμάζουν η Τζούλια Αλεξανδράτου, με τον Ηλία Ψινάκη και τον Ηλία Πανταζόπουλο για λογαριασμό του ALPHA. Όπως λέει και το γνωστό άσμα «στόχος είναι τα λεφτά».
http://www.kolonaki-press.com/psinakis-pantazopoulos-aleksandratou-gia-ekpompi.html

  1. Χώρισε (οικονομικά) το ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής (Θέμος-Μάκης) και όλοι ασχολούνται με αυτούς!! http://www.moto.gr/forums/showthread.php;s=bcd33dc8c8997b9dcb14efd768cce956&postid=1034749

  2. ...το ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής δεν χωνεύεται με τίποτα. Ο τύπος που μοιάζει στον Ρηβ δεν κάνει ούτε για κομπάρσος σε μεταμεσονύκτια ταινία του Alter, ενώ ως Λοις Λεϊν η Τερι Χατσερ ήταν τετρακόσιες φορές καλύτερη. (Για το Superman returns)
    http://blogs.athensvoice.gr/filmsathome/

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Νεοσύστατος ορισμός για τις πάσης φύσεως τηλεπαρουσιάστριες τις μεσημεριανής ζώνης, που ασχολούνται με κάθε είδους άχρηστες πληροφορίες για ντεμέκ vip πρόσωπα.
Στην λίστα περιλαμβάνονται οι λαμπιρο-καραβατο-μουτσινο-τατιανα κ λοιποί.

- Άλλαξε κανάλι, ρε Mαρίνα. Τις βαρέθηκα τις μεσημεριανούδες. Αμάν πια !

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. (πληθ.) Τα πολύ μικρά γράμματα μιας γραμματοσειράς ή ενός γραφικού χαρακτήρα.

  2. Ο υπερβολικά τακτικός και οργανωτικός άνθρωπος. Στην περίπτωση αυτή το ουσιαστικό γίνεται επίθετο: «ψείρας» (αρσ. και για τα δύο φύλα)

  3. Το πολύ μικρού μεγέθους μικρόφωνο που τοποθετείται μέσα από το ρούχο ενός συνεντευξιαζόμενου και πιάνεται στον γιακά, ώστε να μην φαίνεται αλλά αυτός να ακούγεται καλά.

  4. (πληθ.) Τα ψιλά χριστουγεννιάτικα λαμπάκια, πολλά μαζί (συνήθως καμιά 60αριά) ώστε να σχηματίζουν γιρλάντα.

  1. - Ποιον έχουν καλεσμένο στο πάνελ σήμερα;
    - Δεν τον ξέρω.
    - Δεν έγραφε;
    - Και πού θες να διαβάσω εγώ αυτές τις ψείρες χωρίς γυαλιά;

  2. Ωραίος γκόμενος ο Αποστόλης αλλά πολύ ψείρας βρε παιδάκι μου, όλα πρέπει να είναι στην εντέλεια για να μπορέσει να λειτουργήσει. Και άμα του το λες, απαντά «α, όλα κι όλα, είμαι τελειομανής, το ξέρετε». Ένας υποχόνδριος μαλάκας και μισός είναι.

  3. Χθες στα γυρίσματα έγινε μια κόμπλα άλλο πράμα. Πέθανα στα γέλια. Η κυρία Τομπαίζογλου φορούσε φουστάνι και για να περάσει την ψείρα έπρεπε να την βάλει από κάτω. Της είπε ο Τάκης να το κάνει μόνη της καλύτερα κι αυτή απάντησε «Όχι μωρό μου, βάλτο μου εσύ».

  4. Πάλι αγόρασες ψείρες γαμώ την οικονομική μου κρίση μέσα; Κάθε Χριστούγεννα αυτό το βιολί θα έχουμε;

βλ. και τον ορισμό του χρήστη perkins για συμπλήρωμα στο 4 του παρόντος ορισμού

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνώνυμο των ορισμών τζιτζί τζετ τζετάουα κλπ
που σημαίνει σαφώς τέλειο, υπέροχο, αστεράτο!

- Έβαλε ο Μάκης κάτι ζάντες στο εργαλείο, έγινε τζιτζελόνι μιλάμε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η καρδάρα σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, είναι ένα μεγάλο ξύλινο ή μεταλλικό κυλινδρικό δοχείο με δύο λαβές, ή με μία ημικυκλική, που χρησιμοποιείται στο άρμεγμα για την αποθήκευση του γάλατος.

Λέξη κλειδί για το συγκεκριμένο ορισμό, είναι η λέξη μεγάλο. Έτσι η σύνθετη λέξη καρδαροκεφαλή, που προέρχεται εκ των λέξεων καρδάρα και κεφαλή, υποδηλώνει το μεγάλο κεφάλι κάποιου.

Σημείωση: 1. Η λέξη χρησιμοποιείται με στόχο την επίτευξη μεγαλύτερης εκφραστικότητας.
2. Αν ο κεφάλας τυγχάνει να κάνει κάποια απερίσκεπτη κίνηση, η εκφορά του όρου, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην κουταμάρα που έκανε (βλ.παράδειγμα 2).

  1. - Πω ρε πούστη, τι κεφάλι έχει αυτός; Τεράστιο, ε;
    - Πραγματική καρδαροκεφαλή!

  2. Κάποιος κεφάλας προσπαθώντας να ανέβει σε μια σκάλα για να ανεβάσει κάποια πράγματα στο πατάρι, δεν παίρνει τα κατάλληλα μέτρα, παραπατάει και πέφτει. Αργότερα η γυναίκα του, συλλογιζόμενη τη μαλακία του και τις συνέπειες της, που ήδη κι αυτή επωμίζεται, του λέει:
    - Απρόσεχτος μια ζωή... Αλλά τι περιμένεις; Καρδαροκεφαλή... μεγάλη και άδεια.

  3. (Απο forum)
    Kαλά εγώ δεν είμαι η Αμελί εκτός αν της βάλεις μούσια και γιαννιώτικη καρδαροκεφαλή.
    http://potepote.blogspot.com/2008/02/le-fabuleux-destin-damelie-poulain.html

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παραγωγικότατο συνθετικό της αργκό. Σχηματίζει όνομα από λέξη που κατά τον ομιλητή χαρακτηρίζει την γυναίκα στην οποία αναφέρεται.

Η σημασία της σύνθετης λέξης φαίνεται να καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά από το εκάστοτε πρώτο συνθετικό, το οποίο στην πράξη μπορεί να είναι οποιοδήποτε όνομα (ουσιαστικό ή επίθετο). Το δεύτερο συνθετικό περιορίζεται στο να λειτουργεί ως απλή μετωνυμία για τη γυναίκα, η δέ χρήση του άλλοτε δίνει απλά μάγκικο τόνο, άλλοτε σεξιστικό και υποτιμητικό ή περιπαιχτικό, άλλοτε υβριστικό, άλλοτε ακόμη και έναν τόνο χαρακτηριστικής αντρικής στοργής.

Ασφαλώς, υπάρχουν και σύνθετα στα οποία το πρώτο συνθετικό αναφέρεται κυριολεκτικά στο μουνί (πιχί αραχνομούνα, βλέπε στα παραδείγματα).

Άλλοι τύποι είναι -μούνι και -μούνω. Το -μουνο διαφοροποιείται στο ότι τείνει να χρησιμοποιείται μόνον σεξιστικά, απαξιωτικά ή και υβριστικά –στην τελευταία περίπτωση χρησιμοποιείται συχνά και για άντρες: σκατόμουνο, παλιόμουνο και λοιπά. Το δέ αρσενικό -μούνης είναι σπανιότερο και είναι επίσης απαξιωτικό-υβριστικό.

Σε πολιτικά ορθότερα συμφραζόμενα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί το -γκόμενα.

Στα παραδείγματα, λέξεις που υπάρχουν ήδη σε ημέτερα λήμματα.

Και η Αλμούνα! ακα αλμουνάκι (από Hank, 11/07/09)Μαγαζάκι στην Χώρα της Άνδρου. No comments. (από Vrastaman, 12/09/10)

Σύγκρινε με -ψώλης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άλλο ένα βήτα συνθετικό ευρείας χρήσης στην αργκό, το οποίο σχηματίζει ονόματα από λέξεις που χαρακτηρίζουν πρόσωπα.

Το συνθετικό προέρχεται βέβαια από την αγγλική λέξη man, η οποία ως γνωστόν έχει περάσει στην ελληνική αργκό και αυτούσια. Ο δε σχηματισμός ακολουθεί πιθανότατα τα παρόμοια ονόματα πλείστων υπερηρώων της αμερικάνικης σχολής εικονογραφημένων –όπως ήδη αναφέρει και ο συγχρήστης θεοχάρης δέκα (βλέπε φάκμαν στα παραδείγματα).

Χρησιμοποιείται για να προσδώσει στον χαρακτηρισμό του προσώπου ύφος μάγκικο ή και περιπαιχτικό, χωρίς να συμβάλλει περισσότερο στην καθαυτό σημασία (όπως και το -μούνα, αλλά όχι όπως το -όβιος).

Χρησιμοποιείται ακόμη ευρύτατα στη δημιουργία ονομάτων χρήστη σε διαδικτυακές κοινότητες. Στις περιπτώσεις αυτές, το -μαν μπορεί να ετυμολογείται και από το πραγματικό ονοματεπώνυμο του εκάστοτε χρήστη, συντομευμένο όμως έτσι θεωρείται ότι έχει τρενταριστεί κατάλληλα για να χρησιμοποιηθεί ως προσωνύμι. Εξαρτάται κι' απ' το για τι διαδικτυακή κοινότητα μιλάμε φυσικά...

Εξελληνισμένα, χρησιμοποιείται ευρέως και ο συνώνυμος τύπος -άνθρωπος (βλέπε πιχί σκοπάνθρωπος), ο οποίος εξάλλου έχει παράδοση στα τυπικά ελληνικά (διαστημάνθρωπος, πιθηκάνθρωπος, υπεράνθρωπος).

Βλέπε ακόμη: -ίδης, -μούνα, -όβιος

Στα παραδείγματα, λήμματα που υπάρχουν ήδη στο σλανγκ τζι αρ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο που κατείχε μία πλέον απολεσμένη ιδιότητα, πρώην. Η λέξη, απολειφάδι παλαιοελληνικών, χρησιμοποιείται είτε στα τυπικά ελληνικά (όπου πολλά απολειφάδια των παλαιοελληνικών κρατάν ακόμα γερά), είτε στην καθομιλουμένη, με μεγάλη δόση ειρωνείας.

Τυπικά παραδείγματα είναι τα εξής: (α) σε ερωτικά συμφραζόμενα, το τέως έτερον ήμισυ (β) σε πολιτικά συμφραζόμενα, ο Κωνσταντίνος Γλίξμπουργκ, ο τέως βασιλεύς της ελλάδος, (γ) σε γλωσσολογικά συμφραζόμενα, ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης, ο τέως πρύτανης του Αθήνησι Εθνικού τε και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου.

[i]Προσοχή[/i]: σε τυπικά ελληνικά δέ θα πείς τέως το πρώην άλλο σου μισό, όπως ούτε Κώστα Γλίξμπουργκ τον πρώην βασιλιά, ούτε και Γιώργο Μπαμπινιώτη τον πρώην πρύτανη!... (Ασυνεπής χρήση παλαιοελληνικών, θα τιμωρείται με επίπληξη από τον εντεταλμένο μας συγχρήστη, κύριο κύριο Γιώργο Ζάκκη.)

  1. Σκέφτομαι εδώ και μέρες το ιστολόγιο non private life [...]. Το non private life διηγείται επιλεγμένα περιστατικά μιας καταστροφικής ερωτικής σχέσης, τα οποία διανθίζει με βρισιές και κατάρες για το τέως έτερον ήμισυ. (από το ιστολόγιο τὰ τέως μοῦτρα τοῦ George Le Nonce)

  2. Η διάκριση αυτή -πρώην /τέως- όπως είπα και πριν, χρησιμοποιείται κυρίως για αξιώματα (άντε το πολύ για την ιδιότητα του συζύγου). Αυτό σημαίνει επιπροσθέτως ότι χρήση του επιρρήματος «τέως» συνηθίζεται περισσότερο σε επίσημο λόγο. Γι' αυτό και τα παραδείγματα με τον «γκόμενο» που αναφέρθηκαν προηγουμένως ηχούν τουλάχιστον αστεία. Δεν νομίζω ότι θα έλεγε ποτέ κανείς σοβαρά «ο τέως γκόμενος» παρά μόνο ειρωνικά ή χιουμοριστικά. (από φόρουμ, σε συζήτηση με θέμα Διαφορά «τέως» - «πρώην»)

  3. Ρε τι κόλλημα είναι αυτό με τον τέως; Καλός η κακός, αυτός ήταν βασιλιάς της Ελλάδας, όπως και ο Σαρτζετάκης πρόεδρος της δημοκρατίας και ο γκομενο-Ανδρέας πρωθυπουργός, τι να κάνουμε τώρα; (από το διαδίκτυο)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified